Πιπέρι στο στόμα

Παύλος Τσίμας, , Τα Νέα, 15/07/2017


Θέμα επικαιρότητας

Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ

Σύνολο: 82 Κείμενα
Κράτησα στην άκρη μια φράση από τη συνέντευξη ενός σπουδαίου έλληνα ακαδημαϊκού, καθηγητή στο ΜΙΤ, του Μιχάλη Μπλέτσα, στο «Βήμα της Κυριακής»: «Ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να κάνει την αριστερά βρώμικη λέξη»! Κι ενώ συνέχισα να ξεφυλλίζω την εφημερίδα, με την φράση αυτή καρφωμένη στο μυαλό μου, σκόνταψα σε μιαν άλλη συνέντευξη, του Σταμάτη Φασουλή: «Τώρα λένε ότι ο Τσίπρας πρόδωσε την Αριστερά. Οχι, αυτή είναι η Αριστερά. Δεν την πρόδωσε... και να λείπουν αυτές οι δικαιολογίες». Ηταν σαν να ακούω ξανά την προφητεία ενός μπαρουτοκαπνισμένου από τους «εκδρομείς του ’60», τις ημέρες της ευφορίας, τον Ιανουάριο του ’15: «Φοβάμαι», έλεγε, «πως, όταν τελειώσουν όλα αυτά θα ντρεπόμαστε να λέμε ότι κάποτε αφιερώσαμε τη ζωή μας στην Αριστερά». Ηρθε κιόλας αυτή η καταραμένη ώρα;

Υπάρχουν βέβαια ευκολίες με τις οποίες μπορεί κανείς να παρακάμψει τα δυσάρεστα ερωτήματα. Να πει, για παράδειγμα, πως η Αριστερά δεν ήταν ποτέ μία, ενιαία και αδιαίρετη, πως είναι λάθος να διατυπώνεται ο όρος σε ενικό αριθμό. Ο Ζακ Ζιλιάρ, στο σπουδαίο του βιβλίο για τις Αριστερές της Γαλλίας, καταγράφει τέσσερις πολιτιστικά διαφορετικές εκδοχές: μια Αριστερά γιακωβίνικη, μια φιλελεύθερη, μια κολλεκτιβίστικη και μια ελευθεριακή - μάλιστα τα όριά τους δεν συμπίπτουν καν με τα σύνορα των διαφόρων κομματικών σχηματισμών της Αριστεράς.

Ή να πει πως ο ΣΥΡΙΖΑ είναι μια ιδιότυπη περίπτωση αριστερού πολιτικού σχηματισμού ο οποίος στα χρόνια του μεγάλου πολιτικού αναδασμού που έφερε η κρίση είδε την ευκαιρία και σχεδίασε την εκλογική του έφοδο προς την εξουσία αντικαθιστώντας τον Μαρξ με τον Περόν, κλείνοντας το μάτι στις ανορθολογικές θεωρίες συνωμοσίας που αρνούνταν το γεγονός της χρεοκοπίας το ίδιο, υιοθετώντας τον λαϊκισμό των ΑΝΕΛ όχι ως προσωρινών συμμάχων αλλά ως ομόδοξων εταίρων και δίνοντας μια διόλου «αριστερή», απολύτως συντηρητική υπόσχεση παλινόρθωσης - ότι θα μπορούσε να ξαναδώσει πίσω έτσι απλά όσα η χρεοκοπία αφαίρεσε.

Στην απελπισία του θα μπορούσε κανείς ακόμη και να οχυρωθεί πίσω από τον αρχαίο ισχυρισμό πως Αριστερά και Δεξιά δεν έχουν πια νόημα, πως ξεπεράστηκαν, πως άλλος είναι τώρα ο κρίσιμος πολιτικός άξονας. Η συζήτηση αυτή μοιάζει κάθε φορά εντελώς καινούργια, πολύ μοντέρνα. Αλλά είναι παλιά. «Η Αριστερά και η Δεξιά είναι δύο διαφορετικές μορφές ηθικής ημιπληγίας», έλεγε ένας φιλόσοφος που έζησε στον Μεσοπόλεμο, ο Ορτέγα ι Γκασέτ. Και ένας σύγχρονός του φιλόσοφος, ο Αλέν, απαντούσε: «Οταν ακούω κάποιον να αμφισβητεί τη διάκριση Αριστεράς και Δεξιάς, καταλαβαίνω απλώς ότι αυτός δεν είναι αριστερός».

Η τρέχουσα εκδοχή αυτής της παλιάς συζήτησης είναι πως Αριστερά και Δεξιά στις πούρες εκδοχές τους, παρά τις μεγάλες τους διαφορές, γλιστρούν σ’ έναν κοινό τόπο: την άρνηση της παγκοσμιοποίησης, την αναδίπλωση πίσω από κλειστά, προστατευμένα εθνικά σύνορα. Κι έτσι η κρίσιμη γραμμή αντιπαράθεσης δεν είναι πια ανάμεσα σε μια δεξιά ή μια αριστερή γραμμή αναδίπλωσης στο έθνος, αλλά η αντιπαράθεση ανάμεσα σε μια αντίληψη «ανοιχτή» και μια αντίληψη «κλειστή». Αλλά γιατί να μη δεχθούμε πως υπάρχει μια «αριστερή» και μια «δεξιά» εκδοχή συμβίωσης με τον παγκοσμιοποιημένο κόσμο; Πώς μπορεί κανείς να υπερασπίζεται τις συνέπειες της παγκοσμιοποίησης σε όλη της τη γραμμή - μαζί και την διεύρυνση των ανισοτήτων - ή μπορεί να αναζητά, να υποστηρίζει υπερεθνικά μοντέλα δημοκρατικής διακυβέρνησης που πολεμούν τις ανισότητες και διεκδικούν μια δικαιότερη κατανομή των ωφελειών και των βαρών; Οπότε η συζήτηση ανοίγει και πάλι από την αρχή.

Ας επιστρέψουμε, λοιπόν, από τις συζητήσεις των μεγάλων οριζόντων στο σημείο της δικής μας αφετηρίας. Στην καθ’ ημάς Αριστερά, κι ας κινδυνεύουμε να βάλουμε πιπέρι στο στόμα.

Τι είναι αυτό που κάνει τόσους και τόσους, διάσημους και άσημους, να λένε κατ’ ιδίαν ή δημόσια: «τους ψήφισα και μουντζώνομαι»; Τι είναι αυτό που κάνει τον Μπλέτσα να λέει πως ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε την Αριστερά «βρώμικη λέξη»;

Είναι που η διακυβέρνηση υποχρέωσε σε προσγείωση στην πραγματικότητα και «πρόδωσε» τις ανόητες και ανέφικτες υποσχέσεις; Είναι που οι γενναίοι λόγοι για ακύρωση της λιτότητας και για κατάργηση του Μνημονίου μ’ έναν νόμο κι ένα άρθρο έδωσαν τη θέση τους στην υιοθέτηση μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής, που θα είχαμε εν μέρει αποφύγει αν δεν σπαταλούσαμε χρόνο εκφωνώντας τους γενναίους λόγους; Είναι που η go back έγινε πρώτη φίλη μας, που πανηγυρίζουμε για μια υπεσχημένη ελάφρυνση του χρέους εκεί που ζητούσαμε τη διαγραφή του επαίσχυντου και επονείδιστου, είναι που η έξοδος στις αγορές, που θα τις χορεύαμε στο ταψί, έγινε το νέο τάμα του έθνους;

Μπορεί να ενοχλούν όλα αυτά. Αλλά αν υπάρχει «αριστερόμετρο», ούτε η προεκλογική ανευθυνότητα ούτε ο τυχοδιωκτισμός του πρώτου εξαμήνου του 2015 συνιστούν αριστερή στάση ώστε να απαξιώνουν ως «μη αριστερά» όσα ακολούθησαν. Αλλο είναι το πρόβλημα.

Είναι που ο ΣΥΡΙΖΑ - με την αξίωση να λογίζεται πάντα ως η Αριστερά στον ενικό - οργανώνει βιαστικά, με το άγχος του χρόνου που περνά, τη μετατροπή του σε κόμμα εξουσίας α λα ελληνικά. Οργανώνει - για να θυμηθούμε τον Μαρξ - μια πρωταρχική συσσώρευση κεφαλαίου εξουσίας με εφόδους στο Δημόσιο, στα μίντια και τη Δικαιοσύνη, εφόδους που μοιάζουν συχνά απωθητικά βίαιες. Το έκαναν και οι άλλοι, αλλιώς έστω - θα πει κανείς. Πράγματι. Αλλά αν κάτι έδωσε στην Αριστερά της μεταπολεμικής Ελλάδας αυτό το κάτι σαν φωτοστέφανο που ώς πρόσφατα την συνόδευε, ήταν που είχε βρεθεί εκ των πραγμάτων στη θέση του υπερασπιστή της νομιμότητας, του Συντάγματος, της τήρησης των κανόνων απέναντι στην κατάχρηση της εξουσίας και την κομματική ιδιοποίηση των θεσμών και των φορέων τους. Και είναι αυτή η αντιστροφή των ρόλων που δεν αντέχεται.