Τί μας έμαθαν τα σκουπίδια

Παύλος Τσίμας, Τα Νέα, 03/07/2017


Θέμα επικαιρότητας

Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ

Σύνολο: 82 Κείμενα

Τον μακρινό και μάλλον ανέφελο Σεπτέμβριο του 1997, πέρασε από τη Βουλή, με συμφωνία σχεδόν όλων των κομμάτων, ένας νόμος που τροποποιούσε επί το αυστηρότερον τον θρυλικό νόμο 2190/94, τον νόμο Πεπονή, με τον οποίο είχε ιδρυθεί το ΑΣΕΠ.

Στον καινούργιο νόμο είχαν ενσωματωθεί και οι προτάσεις της αντιπολίτευσης κι έτσι, με μεγάλη πλειοψηφία, η Βουλή αποφάσιζε πανηγυρικά ότι το πολιτικό σύστημα παραιτείται οριστικά από το ιστορικό του δικαίωμα στο ρουσφέτι, από την πανάρχαια πρακτική «σε διορίζω - με ψηφίζεις». Ολοι οι διορισμοί στο Δημόσιο θα περνούσαν στο εξής από μια ανεξάρτητη, μη πολιτική Αρχή. Και όχι μόνο για τον στενό δημόσιο τομέα, αλλά και για τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, για τις δημοτικές επιχειρήσεις, για τις δημόσιες επιχειρήσεις και οργανισμούς και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στο κράτος ή επιχορηγούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό. Στη συμφωνία των κομμάτων, τότε, περιλαμβάνονταν και ρυθμίσεις ώστε να καταργηθούν οι συμβάσεις έργου, που υποκρύπτουν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, αλλά και αυστηρά κριτήρια για την πρόσληψη εποχικού προσωπικού, όπως στην καθαριότητα ή τη δασοπροστασία. Ω, οι ωραίες ημέρες!

Ηταν τέτοια η εκσυγχρονιστική συναίνεση της εποχής ώστε ο εκπρόσωπος της αντιπολίτευσης, ο σημερινός Πρόεδρος Προκόπης Παυλόπουλος, πρότεινε να κηρυχθούν άκυροι και όλοι οι διορισμοί που είχαν γίνει από την κατάθεση του νόμου, τον Ιούλιο, ώς την ψήφισή του. Και η κυβέρνηση όχι μόνο είχε αποδεχθεί την πρόταση, αλλά και ανήγγειλε, διά του αρμόδιου υπουργού, του Σταύρου Μπένου, τη δίωξη των διοικήσεων που είχαν κάνει τους διορισμούς αυτούς.

Πώς βρεθήκαμε, λοιπόν, 20 χρόνια αργότερα, Ιούλιο του 2017, να συζητάμε για την τύχη 10.000 εργαζομένων στην καθαριότητα (και υπάρχουν, λένε οι κακές γλώσσες, άλλοι 50.000 συμβασιούχοι κάπου εκεί έξω) που προσλήφθηκαν, εκτός ΑΣΕΠ, ως συμβασιούχοι με συμβάσεις οκτάμηνης διάρκειας για να καλύψουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες; Πώς βρεθήκαμε εδώ, αφού έχουν μεσολαβήσει, από το 1997, ένας νόμος (της Βάσως Παπανδρέου) το 2002 για τη μετατροπή συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, ένα προεδρικό διάταγμα, το περίφημο διάταγμα Παυλόπουλου, για τη μονιμοποίηση συμβασιούχων (που είχαν φθάσει, το 2004, σύμφωνα με τις προεκλογικές εξαγγελίες Καραμανλή τον αριθμό των 250.000) και αμέτρητοι όρκοι πως αυτή είναι η «τελευταία φορά» και πως το φαινόμενο δεν θα επαναληφθεί;

Πώς βρεθήκαμε εδώ, αφού, από το 2010 κι ύστερα, η τήρηση της νομιμότητας και ο σεβασμός στα δικαιώματα και την αξιοπρέπεια των εργαζομένων έχουν ενδυθεί τον μανδύα της μνημονιακής υποχρέωσης;

Και πώς να εξηγήσει κανείς αυτήν την ακαταμάχητη ροπή του πολιτικού συστήματος στην πελατειακή υποτροπή, ακόμη κι όταν η απόφαση για την απεξάρτηση είναι ομόφωνη, ακόμη κι όταν στα πράγματα δεν είναι πια «οι άλλοι», αλλά «εμείς»;

Ερωτήματα δυσάρεστα, απαντήσεις δύσοσμες, σαν τους ξέχειλους κάδους σκουπιδιών τις ημέρες της απεργίας. Οι οποίες ήταν δύσκολες, αλλά δεν ήταν άχρηστες. Κάτι μάθαμε αυτές τις ημέρες.

Για το πολιτικό σύστημα και την ικανότητά του να αναπαράγεται ολόιδιο, ακόμη κι όταν μοιάζει να αλλάζει. Και να γαντζώνεται στις εξουσίες του, ακόμη κι όταν ορκίζεται ότι θα τις παραχωρήσει σε ανεξάρτητες Αρχές ή στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Αλήθεια: Πόσο αυτοδιοίκητη είναι η Αυτοδιοίκηση όταν το υπουργείο Εσωτερικών επιμένει να ρυθμίζει το ίδιο, δι’ εγκυκλίων, ακόμη και το πιο στοιχειώδες από τα αυτοδιοικητικά θέματα - τη διαχείριση των υπηρεσιών καθαριότητας;

Μα και για τη συλλογική μας αντίσταση στον εξορθολογισμό. Ηταν, αυτές οι ημέρες, μια ευκαιρία να αναρωτηθούμε, ζωσμένοι από τις μυρωδιές της λοιμώδους αποσύνθεσης, γιατί σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες τα δημοτικά απόβλητα ανακυκλώνονται, κομποστοποιούνται, αποτεφρώνονται ώστε να παράγουν ενέργεια και μόνο σε μικρά ποσοστά (λιγότερο από 5% στην Αυστρία, τη Γερμανία, τη Δανία, τη Σουηδία, το Βέλγιο και την Ολλανδία) καταλήγουν στη χειρότερη επιλογή, την ταφή, και η Ελλάδα παραμένει η τελευταία στη λίστα, με πάνω από 80% των αποβλήτων της να θάβονται.

Συμβαίνει κι αλλού, θα πείτε. Στη Βηρυτό, πέρυσι, τα σκουπίδια έμειναν στους δρόμους για πάνω από οκτώ μήνες, επειδή μια χωματερή είχε πλημμυρίσει και οι εργάτες καθαριότητας απεργούσαν. Στη Βηρυτό. Και σε περιοχές του ιταλικού Νότου, εκεί όπου τα σκουπίδια είναι ένας πλουτοπαραγωγικός πόρος που η Μαφία δεν είναι διατεθειμένη να παραχωρήσει στο κράτος, οι φωτιές που καίνε σκουπίδια σε ανοιχτές χωματερές, κάτω από τον γαλανό ουρανό, δεν είναι ασυνήθιστο φαινόμενο. Αλλά εκεί είναι η Μαφία. Εδώ;



Σχόλια: 0