Δημοκρατική Συμπαράταξη. Αναγκαία εναλλακτική πρόταση.

Στέργιος Καλπάκης, , 27/10/2015


Θέμα επικαιρότητας

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΣΥΜΠΑΡΑΤΑΞΗ

Σύνολο: 63 Κείμενα

Η οικονομική κρίση μας θέτει καθημερινά ως κοινωνία μπροστά σ’ ένα δίλημμα για τη στάση μας απέναντι στις εξελίξεις της παγκοσμιοποίησης. Από τη μία, έχουμε να επιλέξουμε τη συμμετοχή σε μια ανοιχτή κοινωνία και να διεκδικήσουμε τη βελτίωση της ζωής μας μέσα σ’ ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον δυσμενών συσχετισμών αλλά και ελευθερίας κι απ’ την άλλη να θεωρήσουμε ότι όσα κακά μας συμβαίνουν οφείλονται σε αυτήν ακριβώς τη συμμετοχή και ν’ αναζητήσουμε την πολυπόθητη ανάκαμψη στις παραδόσεις μιας κλειστής κι ενδεχομένως συντηρητικής κοινωνίας.

Παρά το γεγονός ότι οι πολιτικές δυνάμεις που διαχειρίστηκαν τα δύο πρώτα μνημόνια κράτησαν τη χώρα εντός του σκληρού πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την ίδια ώρα έδωσαν πόντους στις δυνάμεις της κλειστής κοινωνίας. Αρχικά γιατί δεν έπεισαν τους πολίτες ότι ένα μοντέλο με διψήφια ελλείμματα δεν έβγαινε, αποδίδοντας αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, εκσυγχρονισμούς και περικοπές δαπανών στην αναλγησία της ενωμένης Ευρώπης. Στο σημείο αυτό μάλιστα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι πολλές φορές στο δημόσιο διάλογο ταυτίστηκε η πολιτική των ελλειμμάτων με την εθνική κυριαρχία και η τήρηση κανόνων - το νοικοκύρεμα με την απώλεια της. Επίσης, τα κόμματα του πρώην δικομματισμού δεν ήρθαν σε ουσιαστική ρήξη με το ευρύ δίκτυο διαπλοκής και πελατειακών σχέσεων με ομάδες συμφερόντων, με αποτέλεσμα να σηκώσουν το βάρος της προσαρμογής τα πιο αδύναμα κι απροστάτευτα στρώματα της κοινωνίας. Χαμηλόμισθοι, χαμηλοσυνταξιούχοι, στον ιδιωτικό τομέα οι περισσότεροι, οι νέοι και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Τρίτον, πολλές φορές δόθηκε η εντύπωση ότι η ευρωπαϊκή προοπτική μπορεί να οριστεί με έναν μόνο τρόπο, τον συντηρητικό. Εδώ είναι μεγαλύτερες οι ευθύνες των δυνάμεων της σοσιαλδημοκρατίας που δεν αντιπαρατέθηκαν όπως θα έπρεπε στις εφαρμοζόμενες πολιτικές. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι ποτέ δεν παρουσιάστηκε ένα δικό μας σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης. Μία αφήγηση που θα τοποθετούσε δυναμικά την ελληνική οικονομία στη διεθνή αγορά και πίσω της θα στοιχίζονταν οι παραγωγικές δυνάμεις του τόπου.

Οι εννιά μήνες διακυβέρνησης της χώρας από τον ΣΥΡΙΖΑ επιβεβαίωσαν όσους πίστευαν ότι η κυριαρχία του στο πολιτικό σκηνικό οφείλεται περισσότερο στην απόρριψη από τον κόσμο αυτού που θεωρείται παλιό πολιτικό σύστημα και όχι γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ παρουσίασε κάποιο συγκεκριμένο και ρεαλιστικό σχέδιο ανασυγκρότησης. Και πώς θα μπορούσε άλλωστε;

Το αντιμνημονιακό κίνημα που εξελίχθηκε σε αντιμνημονιακή κυβέρνηση τον Ιανουάριο, όχι μόνο δεν ήταν πρόταση ανασυγκρότησης αλλά μία ετερόκλητη συμμαχία ενός κόμματος της ριζοσπαστικής αριστεράς γεμάτου αντιφάσεις με ένα κόμμα της λαϊκίστικης δεξιάς. Η θεωρία Βαρουφάκη ήταν η καλύτερη ιστορία για να ταιριάξουν οι ευρωσκεπτικιστές με τους ευρωπαϊστές. Η κατάρρευση όμως των ψευδαισθήσεων την επομένη της ανακοίνωσης του δημοψηφίσματος οδήγησε τους κυβερνόντες σε κενό στρατηγικής, τους άφησε χωρίς αφήγηση, με αποτέλεσμα να οδηγηθούν στην ουρά των πιο συντηρητικών δυνάμεων της Ευρώπης και με την πλάτη στον τοίχο ν’ ανταλλάξουν την παραμονή στο ευρώ με τη χειρότερη δυνατή συμφωνία. Έτσι, έπειτα από πέντε χρόνια κρίσης και οκτώ χρόνια ύφεσης ένα μνημόνιο παραμένει δυστυχώς το μοναδικό πρόγραμμα που έχουμε.

Στο αποτέλεσμα των πρόσφατων εκλογών δεν μπορούμε να δούμε απλά μία ακόμη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ. Βλέπουμε καθαρά να καλλιεργείται μια κουλτούρα αποχής, παραίτησης και απαξίωσης της συμμετοχής στις δημοκρατικές διαδικασίες. Βλέπουμε τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής να σταθεροποιούνται και να ενισχύονται παρά τις καθημερινές αποκαλύψεις της εγκληματικής της δράσης. Βλέπουμε επίσης, πολίτες με πολύ μικρή ταύτιση με το κόμμα που ψήφισαν. Η διάψευση των προσδοκιών που γέννησαν οι μαξιμαλισμοί του ΣΥΡΙΖΑ με αποκορύφωμα το δημοψήφισμα δημιουργεί μία κινούμενη άμμο. Το επόμενο διάστημα είναι πολύ πιθανό η κυβέρνηση να επαναφέρει τη διχαστική ρητορική, τις εθνικολαϊκιστικές συμπεριφορές και άλλα «καθρεφτάκια για ιθαγενείς» προκειμένου να μετριάσει τη δυσαρέσκεια από τα νέα μέτρα και να ενοχοποιήσει την κριτική που θα της ασκηθεί. Γι αυτήν ακριβώς τη δουλειά είναι χρήσιμοι οι ΑΝΕΛ οι οποίοι αναδείχθηκαν στην πενταετία της κρίσης μέσω τέτοιων συμπεριφορών. Η -σαν έτοιμη από καιρό- συνεργασία του ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝΕΛ όχι μόνο δεν πρέπει να μας παραξενεύει, αντιθέτως μάλιστα συγκροτείται εδώ και τρία περίπου χρόνια με κορμό την κοινή προσέγγιση ότι τα μνημόνια έφεραν την κρίση και όχι η κρίση τα μνημόνια αναγνωρίζοντας ουσιαστικά ως αριστερές ή πατριωτικές τις πολιτικές υπερδανεισμού, ελλειμμάτων και το στρεβλό καταναλωτικό μοντέλο της προηγούμενης εποχής, είτε από διάθεση αθώωσης της καταστροφικής πενταετίας 2004-2009, είτε από μία αντίληψη σύμφωνα με την οποία το σπάταλο κράτος είναι και αριστερό κράτος.

Υπάρχει το σενάριο οι πολίτες να συμβιβαστούν με τις ελάχιστες πλέον προσδοκίες επιτρέποντας στον κ. Τσίπρα να διατηρηθεί στην εξουσία και ίσως να κυριαρχήσει πολιτικά για ορισμένο διάστημα στο ενδεχόμενο μάλιστα κάποιας λύσης για το χρέος και κάποιας ανεμικής ανάκαμψης. Βέβαια, οι πρόχειρες επεξεργασίες, τα αριστερίστικα κατάλοιπα, η πελατειακή σχέση με ομάδες συμφερόντων, η διατήρηση των εσωκομματικών συσχετισμών και η κρίση ταυτότητας του ΣΥΡΙΖΑ δεν μας επιτρέπουν να αισιοδοξούμε για την οργάνωση ενός σύγχρονου και αποτελεσματικού κράτους, για ένα σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης και δυναμικής τοποθέτησης της ελληνική αγοράς και κοινωνίας σ’ ένα κόσμο που αλλάζει, για ένα κοινωνικό κράτος παροχής ποιοτικών υπηρεσιών στους πολίτες και ως εκ τούτου για μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων.

Υπάρχει όμως και το σενάριο εκείνο που καμιά επικοινωνιακή τακτική και κανένα νέο διχαστικό σχήμα δεν θα μπορεί να αντιμετωπίσει την αντίδραση των χειμαζόμενων πολιτών. Η περαιτέρω διάψευση των προσδοκιών, η προβλεπόμενη ύφεση, η αύξηση της ανεργίας, η νέα υπερφορολόγηση και η διεύρυνση των ανισοτήτων είναι βούτυρο στο ψωμί των δυνάμεων της κλειστής κοινωνίας. Εκείνων που είναι έτοιμοι να πουν σ’ έναν κόσμο απογοητευμένο, εθισμένο στον εθνικολαϊκισμό, που αναζητά την «ασφάλεια του συρματοπλέγματος» ότι μόνο τέτοια μπορεί να είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση και να τάξουν «πατριωτικές» πορείες σε αχαρτογράφητα νερά.

Σε κάθε περίπτωση η παρουσίαση ρεαλιστικών εναλλακτικών προτάσεων που θα κινούνται σαφέστατα σε φιλοευρωπαϊκή κατεύθυνση είναι αναγκαία. Από τη μεριά μας, ως δημοκράτες και αριστεροί στοχεύουμε στην διαμόρφωση προοδευτικών τέτοιων εναλλακτικών προτάσεων και για το λόγο αυτό ως ΔΗΜΑΡ συμμετέχουμε μαζί με το ΠΑΣΟΚ και τις Κινήσεις Πολιτών για τη Σοσιαλδημοκρατία στη Δημοκρατική Συμπαράταξη. Για να μπορέσουμε όμως να είμαστε δύναμη «κρίσιμη, χρήσιμη και ευρωπαϊκή» όπως έλεγε ένα προεκλογικό σύνθημα, κατά την άποψή μου πρέπει να κινηθούμε από εδώ και πέρα ως εξής:

1. Πέρα από το ικανοποιητικό ποσοστό που έλαβε η Δημοκρατική Συμπαράταξη στις εκλογές (6,28%) πρέπει να προβληματιστούμε για τις χαμηλές μας επιδώσεις στις νέες ηλικίες, στους φοιτητές, στους άνεργους και στις λαϊκές γειτονιές των μεγάλων αστικών κέντρων.

2. Δεν μπορούμε να κουνάμε ελιτίστικα το δάχτυλο του αντιλαϊκισμού στους φτωχούς, σε αυτούς που δεν έχουν δουλειά, στους ανασφάλιστους, σε αυτούς που έχασαν τις επιχειρήσεις τους και σ’ αυτούς που μεταναστεύουν χωρίς να παρουσιάζουμε ρεαλιστικές προτάσεις για την επίλυση των προβλημάτων τους.

3. Πρέπει να εγκαταλειφτεί η προσπάθεια πλήρους δικαίωσης των πεπραγμένων της -πριν από τον ΣΥΡΙΖΑ- πενταετίας, κυρίως από τη μεριά του ΠΑΣΟΚ. Το γεγονός ότι μετά από πέντε χρόνια κρίσης ακόμα συζητάμε για αλλαγή του πολιτικού συστήματος και του εκλογικού νόμου, για περιορισμό των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων, για αποπολιτικοποίηση του κράτους, για πάταξη της φοροδιαφυγής, της διαφθοράς, της διαπλοκής κ.α. σημαίνει ότι κάποιοι δεν τα έκαναν όταν έπρεπε. Η στήριξη τμημάτων της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας αλλά και άλλων ευρωπαϊκών πολιτικών δυνάμεων προς τον ΣΥΡΙΖΑ δεν οφείλεται μόνο στην κυριαρχία του στο εγχώριο πολιτικό σκηνικό, οφείλεται και στην αναξιοπιστία, τη μεταρρυθμιστική κόπωση και την απροθυμία, από τις πολιτικές δυνάμεις που διαχειριστήκαν τα δύο πρώτα μνημόνια, διαμόρφωσης συνθηκών υγιούς επιχειρηματικότητας στη χώρα και ως εκ τούτου ρήξης με τμήματα των κυρίαρχων επιχειρηματικών ελίτ που δρουν παρασιτικά.

4. Πρέπει να εγκαταλειφθεί επίσης η λογική του ενδιάμεσου χώρου, του άνευρου κέντρου ή όπως αλλιώς παρουσιάζεται. Με δεδομένο ότι ζούμε σ’ έναν κόσμο συνεχώς διευρυμένων κοινωνικών ανισοτήτων και η διάκριση της αριστεράς από τη δεξιά υφίσταται επίκαιρη, η προσπάθεια που γίνεται πρέπει να τοποθετηθεί στα αριστερά, ως εναλλακτική προς αυτή του ΣΥΡΙΖΑ, αριστερή, μεταρρυθμιστική και φιλοευρωπαϊκή πρόταση με στόχο την στήριξη της πλειοψηφίας των προοδευτικών ψηφοφόρων.

5. Τέλος, η σχέση των δυνάμεων που συγκροτούν τη Δημοκρατική Συμπαράταξη πρέπει να διέπεται από τρίπτυχο, τήρηση της προγραμματικής συμφωνίας, ανάδειξη του προγραμματικού χαρακτήρα της συνεργασίας και εμβάθυνσή της με επεξεργασία συγκεκριμένων, ρεαλιστικών, προοδευτικών προτάσεων στην κατεύθυνση της παραγωγικής ανασυγκρότησης και της μείωσης των κοινωνικών ανισοτήτων μέσα από ένα σύγχρονο και αποτελεσματικό κράτος παροχής ποιοτικών υπηρεσιών υγείας, παιδείας και ασφάλισης. Οι ιδέες και το πρόγραμμα οφείλουν να καθορίσουν την παρουσία μας στο κοινοβούλιο και στο δημόσιο διάλογο, αυτές είναι που θα κρίνουν και ευρύτερες συνεννοήσεις και συνεργασίες των δυνάμεων της κεντροαριστεράς.

Η κρίση του δυτικού καπιταλισμού και η μεταφορά του παραγόμενου πλούτου ανατολικά διαμορφώνει μία νέα εποχή ανταγωνισμών. Η ευρωπαϊκή αριστερά οφείλει να διασφαλίσει ότι αυτή η μετάβαση δεν θα γίνει σε βάρος των δικαιωμάτων των Ευρωπαίων πολιτών, των εργαζομένων, του κράτους πρόνοιας και του περιβάλλοντος. Διαφορετικά, οι δυνάμεις της κλειστής κοινωνίας θα στρέψουν τους πολίτες εναντίον μιας δημοκρατίας που αδυνατεί να τους προστατέψει. Η προσφυγική κρίση είναι μία ευκαιρία που δεν θα αφήσουν ανεκμετάλλευτη. Με δεδομένο ότι η ριζοσπαστική αριστερά αποδεδειγμένα αδυνατεί να ξεφύγει, είτε από μια στείρα κριτική απέναντι στην παγκοσμιοποίηση είτε από τις τάσεις απομονωτισμού, το βάρος πέφτει στη σοσιαλδημοκρατική και μεταρρυθμιστική αριστερά η οποία πρέπει να επανατοποθετηθεί και να διαμορφώσει τις δικές σύγχρονες αφηγήσεις. Η πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης παραμένει «η πιο αριστερή πρόταση όταν συζητάμε την πορεία του κόσμου». Οι Έλληνες σοσιαλιστές και αριστεροί δημοκράτες σήμερα στεκόμαστε λίγοι και αμήχανοί μπροστά στις εξελίξεις. Αν δεν αλλάξουμε ενδέχεται να επιτρέψουμε την κυριαρχία της μετριότητας των ελάχιστων προσδοκιών που γεννά η σημερινή κυβέρνηση, είτε την πλήρη συντηρητικοποίηση μιας κοινωνίας που δεν βλέπει να υπάρχει εναλλακτική.

Στέργιος Καλπάκης

Μέλος της Κ.Ε της Δημοκρατικής Αριστεράς



Σχόλια: 0