Θαν. Θεοχαρόπουλος:η χώρα χρειάζεται πολιτική σταθερότητα, συναίνεση και πολιτική συνεννόηση

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΔΗΜΑΡ ΣΤΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΣΥΜΠΑΡΑΤΑΞΗΣ

26/07/2017


Θέμα επικαιρότητας

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΣΥΜΠΑΡΑΤΑΞΗ

Σύνολο: 63 Κείμενα

Στην πολιτική συγκυρία που διανύουμε τρία είναι τα μεγάλα θέματα:

Πρώτον: η έκδοση του ομολόγου σε συνδυασμό με τις αποκαλύψεις Βαρουφάκη

Δεύτερον: η σύγκρουση της κυβέρνησης με τη δικαιοσύνη

Και τρίτον: η πορεία που ακολουθούμε ως χώρος

Στο πρώτο λοιπόν:

Αλήθεια πως θα σας φαινόταν, τι θα έλεγαν οι πολίτες αν άκουγαν, από κάποιον από εμάς την παρακάτω αξιολόγηση της εξόδου της χώρας μας στις αγορές;

«Η έξοδος στις αγορές αποτέλεσε μια παράσταση και μάλιστα κακοστημένη. Εμείς δεν θα συναινέσουμε σε μια τέτοια παράσταση. Εμείς δεν θα κοροϊδέψουμε τους έλληνες πολίτες»

Και πως θα σας φαινόταν, αν μετά ο ίδιος που είπε τα παραπάνω, πανηγύριζε για το ίδιο ακριβώς πράγμα που καταδίκαζε πριν λίγα χρόνια; Θα λέγατε πως σίγουρα εδώ υπάρχει κάποιο πρόβλημα. Και όμως οι πρώτες δηλώσεις έγιναν από τον κ. Τσίπρα, όταν είχε κινηθεί η διαδικασία για το λεγόμενο ομόλογο Σαμαρά. Και οι πανηγυρισμοί μόλις χθες. Ο κ. Τσίπρας προσπαθεί σήμερα να περάσει στην ελληνική κοινή γνώμη το δικό του τεχνητό success story. Από τους ίδιους ανθρώπους τόσο διαφορετική στάση και δηλώσεις για μια διαδικασία που έγινε με τον ίδιο τρόπο, τόσο το καλοκαίρι του 2014 όσο και το φετινό καλοκαίρι.

Εμείς δυστυχώς δεν έχουμε δικά μας διαστημόπλοια όπως ο κ. Παππάς, αλλά αν είχαμε και φέρναμε εδώ έναν αρειανό για να κρίνει αυτές τις δυο τόσο διαφορετικές τοποθετήσεις από τους ίδιους ανθρώπους, θα αναφωνούσε στο ότι «είναι τρελοί αυτοί οι γήινοι». Μα μήπως δεν θα ήταν «τρελοί αυτοί οι γήινοι» όταν νόμιζαν, όπως αποκαλύπτει ο Βαρουφάκης, πώς θα απειλούσαν την Ευρώπη με αυτοέξοδο από το ευρώ, ενώ την ίδια στιγμή ο Σόιμπλε τους έδινε και μπόνους μερικά δις για να το κάνουν; Πήγαν στην Ευρώπη χωρίς να γνωρίζουν όχι απλά τους θεσμούς της αλλά ούτε καν την κουλτούρα διαπραγμάτευσης που επικρατεί εκεί.

Θύμισαν τον παίκτη που η ομάδα του δέχεται γκολ και αυτός απειλεί τους αντιπάλους ότι θα τους εκδικηθεί βάζοντας και αυτογκόλ. Αυτή η κυβέρνηση είναι ένα διαρκές αυτογκόλ. Αυτογκόλ στην κατάργηση του ΕΝΦΙΑ, αυτογκόλ στο ότι δεν θα μειωθούν οι συντάξεις, αυτογκόλ στο ότι η Ρωσία και η Κίνα θα μας δώσουν τα χρήματα που χρειαζόμαστε- ευτυχώς δεν συμπεριέλαβαν και τον Σώρρα στους χρηματοδότες τους- αυτογκόλ στο ότι θα απειλήσουμε τους εταίρους κρατώντας την αναπνοή μας και αυτοί θα τρέξουν να μας φέρουν αναπνευστήρα. Αυτοί όμως τους απάντησαν πώς ενίοτε οι απειλές για αυτοκτονία γίνονται δεκτές. Ο Βαρουφάκης αλλά και συνολικά η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ αντιμετώπισε ολόκληρη την χώρα ως παιχνίδι. Αυτό όμως συνέβη με ευθύνη του κ. Τσίπρα, ο οποίος είναι ο καλύτερος διαφημιστής του βιβλίου Βαρουφάκη, του εξασφάλισε ένα best seller με θύμα ολόκληρη την ελληνική κοινωνία. Ο κ. Τσίπρας τα βάφτισε όλα αυταπάτες για να ξεχαστούν, αλλά λογάριαζε χωρίς τον Βαρουφάκη.

Και τώρα; Βγήκαν στις αγορές. Δεν είμαι μεμψίμοιρος. Αυτή η εξέλιξη είναι θετική. Αλλά έως εκεί, όχι ξανά ένα τεχνητό success story για καθαρά επικοινωνιακούς λόγους! Δεν το αντέχει η ελληνική κοινωνία.

Σήμερα σε συνθήκες βαθιάς κρίσης, απαιτείται ένα ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟ ΣΟΚ, που θα αλλάξει τα δεδομένα στην χώρα. Με ουσιαστική στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και των ελεύθερων επαγγελματιών. Να εφαρμόσουμε πολιτικές που θα εκφράσουν τη συμμαχία ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, την κοινωνική συνοχή και όχι τον κοινωνικό αυτοματισμό.

Απαιτείται ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για το τι κάνουμε όσο είμαστε σε Μνημόνια και τι όταν φύγουμε από αυτά. Σε αυτό το πλαίσιο μία σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία οφείλει να στηρίζει κάθε υγιή και ελπιδοφόρα ιδιωτική πρωτοβουλία και την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας και ταυτόχρονα να επιδιώκει την μείωση των ανισοτήτων που δημιουργεί η ελεύθερη αγορά μέσω του ρυθμιστικού ρόλου του κράτους και του κράτους πρόνοιας. Η σοσιαλδημοκρατική απάντηση στη φτώχεια, είναι ένα κράτος, το οποίο επενδύει στις υπηρεσίες και όχι στα επιδόματα, στο ανθρώπινο κεφάλαιο, στην καινοτομία. Εμείς λέμε όχι σε μία επιδοματική πολιτική ανακύκλωσης της φτώχειας, επιδιώκουμε σύγχρονες υπηρεσίες στους βασικούς τομείς κοινωνικής πολιτικής.

Αλλά πως πάει κανείς στο δρόμο της ανάπτυξης; Η ανάπτυξη δεν διατάσσεται. Αν ήταν έτσι δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα. Η ανάπτυξη θέλει κάποιες προϋποθέσεις που λείπουν από το ελληνικό πολιτικό σύστημα. Προϋποθέσεις που υπήρχαν στην Πορτογαλία και τώρα δανείζεται με 1,5 %, στην Ιρλανδία με 0,1% και στην Ισπανία με 0,5%. Και αυτές ήταν το κλίμα συναίνεσης και πολιτικής συνεννόησης όλων των πολιτικών δυνάμεων όσον αφορά την υλοποίηση των δεσμεύσεών τους. Αυτό λοιπόν που λείπει στη χώρα για να εισέλθει στην ανάπτυξη και να βγει από το Μνημόνιο δεν είναι η επίκληση της ανάπτυξης ως τοτέμ, αλλά η σταθερότητα.

Ναι ακριβώς η χώρα χρειάζεται πολιτική σταθερότητα, συναίνεση και πολιτική συνεννόηση. Αυτό που αναζητούν και δεν βρίσκουν οι ξένοι επενδυτές είναι αυτή ακριβώς η συνεννόηση και η σταθερότητα. Η οικονομία απαιτεί κλίμα εμπιστοσύνης για να πάρει μπρος. Και η δύναμη- που ευελπιστώ ότι θα είναι η παράταξή μας- που θα εγγυηθεί την εθνική συνεννόηση και την σταθερότητα, θα προσφέρει πολλά στη χώρα. Εμείς θα εγγυηθούμε την σταθερότητα, τη συναίνεση και συνεννόηση. Γιατί χωρίς αυτά τα τρία, ανάπτυξη δεν θα υπάρξει.

Και δυστυχώς στη χώρα μας, όπως δείχνουν οι τελευταίες πολιτικές εξελίξεις, κυρίως όσον αφορά τις παρεμβάσεις της κυβέρνησης στη δικαιοσύνη, κινούμαστε πάλι σ’ ένα πολιτικό τέλμα και στο τέλμα ο μόνος σταθερός είναι αυτός που έχει ήδη βουλιάξει σ’ αυτό. Εμείς δεν πρέπει να συρθούμε σ’ αυτό το τέλμα.

Οι προσπάθειες της κυβέρνησης να υπαγάγει τη δικαιοσύνη ως παραπληρωματικό στοιχείο της εκτελεστικής εξουσίας δεν απειλούν απλά τη διάκριση των εξουσιών, απειλούν τα θεμέλια του δημοκρατικού πολιτεύματος, της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Δεν είναι στραβός ο γιαλός. Η κυβέρνηση αρμενίζει στραβά. Αλλά πώς να μην γίνουν όλα αυτά, όταν ο ίδιος ο Πρωθυπουργός παρεμβαίνει στο έργο της δικαιοσύνης προδικάζοντας αποφάσεις της;

Από την άλλη όμως δεν πρέπει να θεωρήσουμε ότι οποιαδήποτε κριτική στο έργο της δικαιοσύνης υπονομεύει τη διάκριση των εξουσιών. Η καλοπροαίρετη κριτική δεν διαλύει τις δημοκρατίες. Αντιθέτως είναι συστατικό τους στοιχείο, είναι το οξυγόνο τους. Γιατί κατ’ ουσία δεν είναι οι δημοκρατίες που μέσα στη μεγαλοθυμία τους επιτρέπουν την κριτική, αλλά είναι η κριτική σκέψη και στάση που οικοδομεί τις δημοκρατίες.

Για εμάς στην ανανεωτική αριστερά, το κράτος δικαίου είναι στον πυρήνα της πολιτικής μας. Οφείλουμε να προφυλάξουμε την δικαιοσύνη, να αποτρέψουμε οποιαδήποτε προσπάθεια υπονόμευσης της ανεξαρτησίας της και -το κυριότερο- να την κρατάμε μακριά από πολιτικές σκοπιμότητες.

Όπως όμως δεν πρέπει να πέσουμε στην παγίδα του ΣΥΡΙΖΑ που στο όνομα μιας δήθεν υπεράσπισης των φτωχών ζητά η εκτελεστική να υποκαταστήσει τη δικαστική εξουσία, έτσι δεν πρέπει να υιοθετήσουμε και ένα σκηνικό που θέλει τους δικαστές να είναι υπεράνω οποιασδήποτε κριτικής. Οι πολιτικές σκοπιμότητες από πού και αν προέρχονται πρέπει να σπάσουν τα μούτρα τους μπροστά στον τοίχο που ονομάζεται Κράτος Δικαίου. Ας ακούσουμε τις νηφάλιες φωνές επιστημόνων από το χώρο της δικαιοσύνης, που μας δείχνουν τα όρια και τους στόχους της καλοπροαίρετης κριτικής.

Ταυτοχρόνως εξοργίστηκα με πολλές από τις απόψεις που ακούστηκαν σχετικά με την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Πολλές απ’ αυτές θύμισαν από την ανάποδη το σύνθημα στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ πριν έρθει στην εξουσία «η Χούντα δεν τελείωσε το 73». Μια τέτοια αντίληψη που θέλει σήμερα, παρά τα τεράστια προβλήματα που προκύπτουν από συγκεκριμένες αντιδημοκρατικές αποφάσεις και ενέργειες, παρά το ότι η κυβέρνηση όντως τραυματίζει τη δημοκρατία, να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι έχουμε χούντα, τότε από μια τέτοια αντίληψη θα βγει ακόμη πιο ζημιωμένη η δημοκρατία. Ο χαρακτηρισμός όλων ως σταλινικών, ναζιστών, ολοκληρωτικών το μόνο που επιτυγχάνει είναι τη ρευστοποίηση της έννοιας του ναζισμού, του σταλινισμού, του ολοκληρωτισμού και από αυτή τη ρευστοποίηση ένας είναι ο χαμένος. Εκείνος που ακόμη εξακολουθεί να πιστεύει στο πάντρεμα των αξιών της ελευθερίας με αυτές της ισότητας. Χαμένη βγαίνει η Κεντροαριστερά και η Σοσιαλδημοκρατία.

Το ζήτημα σήμερα είναι η ενίσχυση και διεύρυνση της Δημοκρατίας με κοινωνική συνοχή και κοινωνική δικαιοσύνη. Αυτό είναι το στοίχημα και η πρόκληση για τον χώρο μας σήμερα, καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ πράττει ακριβώς το αντίθετο.

Και μιας και μίλησα για χούντα και για αποκατάσταση της Δημοκρατίας, δεν πρέπει να ξεχνάμε το Κυπριακό. Δυστυχώς άλλη μια ευκαιρία χάθηκε στο Κυπριακό. Δεν υπήρξε λύση και οι μόνοι που πανηγυρίζουν είναι οι εθνικιστές σε Τουρκία και Ελλάδα. Κάθε μη λύση οδηγεί σε χειρότερη κατάσταση και σε διαιώνιση ενός απαράδεκτου καθεστώτος. Η ΔΗΜΑΡ εγκαίρως τόνισε ότι απαιτείται μία δίκαιη και βιώσιμη λύση σύμφωνη με τις αποφάσεις του ΟΗΕ για μια ενιαία Κύπρο με μία διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία ώστε να μην δημιουργούνται συνθήκες de facto διχοτόμησης. Όλες οι πλευρές έπρεπε να συμβάλλουν προς την κατεύθυνση επίτευξης ενός συμβιβασμού που θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός από τον Κυπριακό λαό. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η Τουρκία έχει διαχρονικά στάση που δεν βοηθάει στην επίλυση και ο Ερντογάν είναι απρόβλεπτος παράγοντας. Όσον αφορά την κυβέρνηση της χώρας μας, από την πρώτη στιγμή τονίσαμε ότι πρέπει να συμβάλλει με εποικοδομητικές προτάσεις και όχι με θέσεις που δυσκολεύουν τη συνεννόηση και τη συνεργασία των δυο πλευρών. Από την πλευρά της κυβέρνησης δεν έχουν ακόμη και σήμερα διευκρινισθεί συγκεκριμένες πτυχές της διαπραγμάτευσης ενώ συνεχίζεται πλέον μία απαράδεκτη κατάσταση στην Κύπρο χωρίς συγκεκριμένες προοπτικές λύσης. Για τη ΔΗΜΑΡ η εθνική συνεννόηση στο Κυπριακό έχει έννοια μόνο όταν στοχεύει στην αναζήτηση εξεύρεσης λύσης, όχι αν πρόκειται για εθνική συνεννόηση σε μία κατεύθυνση παράτασης του αδιέξοδου.

Άφησα για το τέλος τα δικά μας.

Το Συνέδριο της Δημοκρατικής Συμπαράταξης είχε αδιαμφισβήτητα θετικό αποτύπωμα και ευρύτερη απήχηση σηματοδοτώντας την ενότητα και ανοίγοντας μία νέα σελίδα στην πορεία ανασυγκρότησης του κεντροαριστερού χώρου. Στις θετικές εξελίξεις συμπεριλαμβάνονται η δρομολόγηση όλων των διαδικασιών με στόχο έναν ισχυρό προοδευτικό φορέα εντός του 2017 αλλά και η ύπαρξη του νέου κοινού μας οργάνου του Κεντρικού Συμβουλίου καθώς και του νέου ενιαίου συμβόλου που σηματοδοτεί την ενότητα και την μετεξέλιξη.

Δεν πρέπει όμως να χάσουμε το momentum ούτε να ωραιοποιούμε τις καταστάσεις.

Είναι γνωστή η θέση της ΔΗΜΑΡ για την ανάγκη να προηγηθεί η συγκρότηση του φορέα της εκλογής επικεφαλής. Για εμάς αυτό είναι το λογικό. Εναλλακτικά όμως και εφόσον δεν συμφωνούν οι περισσότεροι και προχωρήσουμε με την αντίστροφη διαδικασία, δηλαδή πρώτα με εκλογή επικεφαλής από την βάση, και ιδίως εφόσον τα κόμματα και οι κινήσεις που συμμετέχουν στο εγχείρημα έχουν μεταξύ τους διαφορετική άποψη για την μορφή του φορέα, η απόφαση του Συνεδρίου προβλέπει μία συλλογική διαδικασία λήψης απόφασης. Η πρόταση μας είναι σταθερή για διπλή κάλπη. Στη μια θα εκλέξουμε επικεφαλής και στην άλλη θα απαντήσουμε στο ερώτημα αν επιθυμούμε ομοσπονδιακό πολυκομματικό σχήμα ή τη μετάβαση σ’ ένα ενιαίο κόμμα, το οποίο θα αναγνωρίζει τη διαφορετικότητα των απόψεων και μέσα από την ενότητα θα προχωρά.

Την τελική απόφαση θα πρέπει να την πάρει η βάση όλης της κεντροαριστεράς με στόχο τη δημιουργία ενός κόμματος ανανέωσης του χώρου.

Η πρότασή μας για νέο φορέα της κεντροαριστεράς απευθύνεται στο σύνολο του προοδευτικού χώρου, προς όλα τα πολιτικά κόμματα, τους φορείς και τα στελέχη που είναι κεντροαριστεροί, σοσιαλδημοκράτες, κεντρώοι, μεταρρυθμιστές, οικολόγοι. Όσοι κινούνται στον ευρύτερο χώρο πρέπει να συμβάλλουν θετικά στην κοινή προσπάθεια για τη δημιουργία του νέου φορέα. Κανένας δεν περισσεύει αλλά και κανένας δεν πρέπει να αφεθεί να εμποδίσει την δρομολόγηση ανοιχτών δημοκρατικών διαδικασιών για έναν ισχυρό ενιαίο φορέα της κεντροαριστεράς. Απαιτείται συσπείρωση όλων των προοδευτικών δυνάμεων της σοσιαλδημοκρατίας, της ανανεωτικής αριστεράς και του προοδευτικού μεταρρυθμιστικού κέντρου για έναν ισχυρό αυτόνομο προοδευτικό φορέα απέναντι τόσο στον ΣΥΡΙΖΑ όσο καις τη ΝΔ.

Στόχος είναι η ριζική ανατροπή των πολιτικών συσχετισμών με την καθοριστική ενίσχυση του χώρου μας και όχι η οριακή αύξηση των ποσοστών μας. Για να γίνει αυτό όμως χρειάζονται υπερβάσεις σε όλα τα επίπεδα. Να κοιτάξουμε προς το μέλλον και όχι προς το παρελθόν, μακριά από λογικές αυτοδικαίωσης. Να αφεθούν στην άκρη ανασφάλειες και κομματικές περιχαρακώσεις. Με μία τέτοια λογική, μακριά από τα στερεότυπα του παρελθόντος θα σπάσουμε τους φραγμούς, εκφράζοντας ευρύτερα πλειοψηφικά ρεύματα. Δεν είναι θέμα μόνο προσώπων, αλλά και πολιτικών. Υποστηρίζω την ανάγκη βαθιών προοδευτικών αλλαγών παντού με το βλέμμα στο μέλλον και όχι στο παρελθόν. Με ξεκάθαρο πολιτικό στίγμα και σύγχρονο πολιτικό λόγο. Για έναν ισχυρό αυτόνομο πόλο που θα δώσει προοδευτική λύση για την διακυβέρνηση του τόπου.

Πριν λίγες εβδομάδες ολοκληρώθηκε το Συνέδριο του πολυκομματικού μας φορέα. Τώρα πρέπει να προχωρήσουμε στο επόμενο στάδιο. Σε ένα ενιαίο προοδευτικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα με υπέρβαση της μεταβατικής ομοσπονδιακής πολυκομματικής δομής. Αυτή είναι η δική μου θέση. Χωρίς μεσοβέζικες λύσεις που δεν τις καταλαβαίνει ο κόσμος.

Και γιατί να το κάνουμε αυτό; Γιατί να μη μείνουμε ως έχουμε; Καλά είναι και έτσι. Μπορεί να πει κάποιος. Ναι, καλά είναι και έτσι, αν οι φιλοδοξίες μας είναι να διατηρήσουμε τα κεκτημένα και όχι να προχωρήσουμε σ’ ένα δικό μας big bang που θα αλλάξει άρδην τους σημερινούς συσχετισμούς δυνάμεων.

Πολύ φοβάμαι πώς όσοι υποστηρίζουν το να παραμείνουν όλα ως έχουν, ακόμη και όταν ορκίζονται στις αλλαγές, δεν καταλαβαίνουν πως στην ελληνική κοινωνία διαμορφώνονται δυο ισχυρές αντίθετες δυνάμεις. Η πρώτη ενδιαφέρεται μόνο να φύγει ο ΣΥΡΙΖΑ από την εξουσία ανεξάρτητα από το ποιος θα έρθει. Μια κρίσιμη μάζα συμπολιτών μας καθοδηγείται στην αντιπολίτευση της προς τον ΣΥΡΙΖΑ, από έναν υπεραπλουστευτικό φανατισμό και για να μην το κρύψω και από αντιαριστερές εμμονές. Από την άλλη, όπως δείχνουν σχεδόν όλες οι δημοσκοπήσεις, τέσσερεις στους δέκα έλληνες πολίτες ζουν ακόμα με το όνειρο της νίκης κατά των «Ευρωπαίων τοκογλύφων».

Σ’ αυτό το κλίμα, για να μην κινδυνεύσουμε να συνθλιβούμε ανάμεσα στο μίσος για τον ΣΥΡΙΖΑ που οδηγεί κατευθείαν στη ΝΔ και το αντιευρωπαϊκό ρεύμα που οδηγεί σε εθνικολαϊκιστές απαιτούνται άμεσα καινοτόμες δράσεις.

Μόνο γι’ αυτό το λόγο η απάντησή μας πρέπει να είναι τρεις λέξεις.

Τόλμη

Ανανέωση

Ενότητα



Σχόλια: 0