Τα επόμενα βήματα για το νέο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα

Στέργιος Καλπάκης, , 01/07/2017


Θέμα επικαιρότητας

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΣΥΜΠΑΡΑΤΑΞΗ

Σύνολο: 63 Κείμενα

Το συνέδριο της Δημοκρατικής Συμπαράταξης αποτελεί ακόμη ένα σημαντικό βήμα σε μία προσπάθεια που ξεκίνησε με τη γενναία απόφαση δύο κομμάτων και των οργανωμένων πολιτών του προοδευτικού χώρου να απαντήσουν με τη συμπαράταξή τους στον εκλογικό αιφνιδιασμό του Σεπτεμβρίου του 2015. Η προσπάθεια αυτή ήταν επίπονη. Απαιτούσε καταρχήν την εμπιστοσύνη και τη συνεργασία μεταξύ των φορέων δύο ιστορικών πολιτικών ρευμάτων. Σταδιακά εγκαταλείφτηκε η λογική του ενδιάμεσου χώρου, που ταλαιπώρησε την κεντροαριστερή συζήτηση τα προηγούμενα χρόνια, και τέθηκε πλέον το ζήτημα της πολιτικής ηγεμονίας στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο. Η δυναμική, αλλά υπεύθυνη αντιπολιτευτική δράση, η προγραμματική εμβάθυνση, οι πολυπληθείς πολιτικές εκδηλώσεις σε όλη τη χώρα και η συμμετοχή και άλλων πολιτικών δυνάμεων, πέρα των αρχικών, καθιστούν σήμερα τη Δημοκρατική Συμπαράταξη, τουλάχιστον σε επίπεδο διάρκειας και προοπτικής, ως ένα σταθερό βήμα στην προσπάθεια ανασυγκρότησης της κεντροαριστεράς.

Όμως, εδώ και καιρό, η Δημοκρατική Συμπαράταξη δείχνει να έχει αγγίξει τα όρια της. Για το λόγο αυτό, το συνέδριό μας πρέπει να εκληφθεί ως η κορύφωση σε μια διετή διαδικασία όσμωσης και προγραμματικής εμβάθυνσης και να σηματοδοτήσει τα επόμενα βήματα, που αφορούν πλέον την ενιαία πολιτική έκφραση. Αλλά προτού προχωρήσουμε στα επόμενα βήματα, πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν μας κάποια ζητήματα τα οποία αφορούν τη δυνατότητα ενός πολιτικού φορέα να ανταποκριθεί στις πολιτικές του θέσεις και στις προγραμματικές του προτάσεις.

Καταρχήν, αποτελεί πεποίθησή μου ότι ο τρόπος με τον οποίο σκεφτόμαστε και λειτουργούμε ως πολιτικός χώρος, υποδηλώνει και τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε για τη χώρα. Τόσο η πολιτική εισήγηση όσο και το πρόγραμμα Ελλάδα αναφέρονται σε υπερβάσεις, σε μεταρρυθμίσεις και εκσυγχρονισμούς, στην ανάγκη να δοθεί ζωτικός χώρος σε νέες, υγιείς δυνάμεις της παραγωγής και της καινοτομίας, σε αυτούς που βιώνουν τον κοινωνικό αποκλεισμό. Κατά τον ίδιο τρόπο πρέπει να λειτουργήσουμε και ως πολιτικός χώρος. Να προχωρήσουμε δηλαδή στην υπέρβαση των υπαρχόντων σχημάτων. Να μη φοβηθούμε τα ανοίγματα σε νέες δυνάμεις, νέες ιδέες και νέους ανθρώπους. Για να το πετύχουμε όμως αυτό πρέπει να αντιληφθούμε ότι η διατήρηση της υφιστάμενης δομής ή η μετάβαση σε έναν πολυκομματικό ενιαίο φορέα αδυνατεί να εκφράσει τους χιλιάδες προοδευτικούς πολίτες που σήμερα βρίσκονται εκτός των υπαρχόντων κομμάτων ή κινήσεων.

Το δεύτερο ζήτημα αφορά την ανάγκη για εθνική συνεννόηση. Το συμπέρασμα που βγάζουμε, στη συμπλήρωση δύο χρόνων διακυβέρνησης της χώρας από το ΣΥΡΙΖΑ, είναι ότι κινείται αποκλειστικά με γνώμονα το στενό κομματικό συμφέρον, έναντι οποιασδήποτε υπεύθυνης στάσης. Στην παρούσα φάση, αν υπάρχει κάτι που δίνει λόγο στην ύπαρξή του, είναι η σύγκρουση με το «παλιό πολιτικό σύστημα». Θα ήταν λοιπόν αυτοκτονικό να προχωρήσει σε οποιαδήποτε μορφή συναίνεσης με τ’ άλλα κόμματα. Υπάρχει όμως και κάτι βαθύτερο που έχει να κάνει με μια προβληματική σχέση του ΣΥΡΙΖΑ με την αντιπροσωπευτική δημοκρατία και τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τη θέση του στην εξουσία. Θεωρεί την εκλογική του νίκη κάτι σαν επανάσταση, κάτι ανώτερο που πρέπει να διαφυλάξει με κάθε κόστος, κάτι που δεν επιδέχεται καμίας κριτικής.

Επομένως, όσο ο ΣΥΡΙΖΑ παραμένει ο ένας από τους δύο πόλους του πολιτικού μας συστήματος, θα τορπιλίζει την εθνική συνεννόηση. Αλλά ας μη γελιόμαστε, σε όσες χώρες βγήκαν από το μνημόνιο, η συναίνεση επιτεύχθηκε μεταξύ των υπεύθυνων κομμάτων της κεντροαριστεράς και της κεντροδεξιάς. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια ιδιαίτερη περίπτωση. Για το λόγο αυτό δεν αρκούν από μόνες τους οι εκλογές και οποιοιδήποτε συσχετισμοί προκύψουν απ’ αυτές. Μόνο αν η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ συνδυαστεί με την ενίσχυση της Δημοκρατικής Συμπαράταξης και την ανάδειξή της σε κυρίαρχη δύναμη του πολιτικού συστήματος, είναι εφικτή η εθνική συνεννόηση για την έξοδο από την κρίση και τα μνημόνια. Η Δημοκρατική Συμπαράταξη δεν μπορεί να επιβάλει τις εκλογές. Όμως όποτε αυτές και αν γίνουν, πρέπει να είμαστε εκείνοι που θέσουμε το δίλημμα. Και το δίλημμα δεν μπορεί να είναι άλλο από: εθνική συνεννόηση και έξοδος από την κρίση ή συνέχιση της πόλωσης και βάθεμα της κρίσης.

Πρέπει όμως να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας και να απαντήσουμε στο ερώτημα για το αν είμαστε σε θέση να το κάνουμε αυτό. Από την πρώτη στιγμή, είδα τη συγκρότηση της Δημοκρατικής Συμπαράταξης ως την προσπάθεια να παραμείνει ζωντανή η ελπίδα διαμόρφωση του ευρύτερου προοδευτικού χώρου σε διαφορετικό πλαίσιο απ’ αυτό που θέτει ο ΣΥΡΙΖΑ, με στόχο τη σταδιακή του αντικατάσταση στην προτίμηση των προοδευτικών πολιτών. Όμως σχεδόν δύο χρόνια μετά, ακόμη αδυνατούμε να αναπτύξουμε δυναμική κυριαρχίας στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο. Όσον αφορά την απήχησή μας στη νεολαία, εκεί τα πράγματα είναι απογοητευτικά. Το χειρότερο είναι να επαναπαυτούμε στην αισιόδοξη ανάγνωση κάποιων δημοσκοπήσεων και να πιστέψουμε ότι τα σχήματα, που αποδεδειγμένα αδυνατούν να προσελκύσουν την πλειοψηφία των προοδευτικών πολιτών, είναι σε θέση να αντιστρέψει το κλίμα αδιαφορίας που υπάρχει απέναντι στο χώρο μας.

Πρέπει λοιπόν να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτό που διακυβεύεται είναι πολύ ανώτερο από την αυτονομία του ενός ή του άλλου κόμματος, της μίας ή της άλλη κίνησης. Είναι ανώτερο από τη διατήρηση μικροεξουσιών στα αδύναμα σχήματα μιας ομοσπονδιακής δομής. Είναι πάνω από περιχαρακώσεις, φοβίες και προσωπικούς εγωισμούς του παρελθόντος.Αφορά την ανάγκη της ελληνικής κοινωνίας να πιστέψει ότι μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα στη χώρα. Αφορά τη νεολαία που βρίσκεται σε αδιέξοδο και οδηγείται στον επικίνδυνο και ολισθηρό κατήφορο της αποπολιτικοποίησης. Αφορά το αίτημα των προοδευτικών πολιτών για μια εναλλακτική, αλλά ρεαλιστική και υπεύθυνη, πρόταση.

Σε αυτά ζητήματα δίνει απάντηση η πρόταση της Δημοκρατικής Αριστεράς για νέο ενιαίο φορέα, χωρίς συνιστώσες, όπου οι πολιτικές διαφορές θα εκφράζονται μέσα από τις τάσεις που θα διαμορφωθούν στην πορεία. Δηλαδή, όπως συμβαίνει σε όλα τα δημοκρατικά κόμματα. Πρώτα με το ιδρυτικό συνέδριο του νέου φορέα και μετά με την εκλογή του επικεφαλής από τη βάση, εντός του 2017. Άλλωστε, αυτή η σειρά βημάτων διακρίνει ένα συμμετοχικό κόμμα των μελών από ένα αρχηγικό κόμμα. Σε κάθε περίπτωση, η κοινωνική βάση να είναι εκείνη που θα αποφασίσει για τη μορφή του ενιαίου φορέα.


----
-Ομιλία στο συνέδριο της Δημοκρατικής Συμπαράταξης, 30 Ιουνίου – 2 Ιουλίου 2017



Σχόλια: 0