Χρειαζόμαστε την Ευρώπη!

Γιούργκεν Χάμπερμας, Κυριακάτικη Αυγή, 30/05/2010


Θέμα επικαιρότητας

Ευρωπαϊκή Αριστερά

Σύνολο: 149 Κείμενα
Μοιραίες μέρες: Η Δύση γιορτάζει στις 8, η Ρωσία στις 9 Μαΐου τη νίκη επί της ναζιστικής Γερμανίας -- και σʼ εμάς, στην επίσημη γλώσσα, αποκαλούνται "Ημέρες της Απελευθέρωσης". Φέτος, οι Ένοπλες Δυνάμεις των Συμμάχων του πολέμου κατά της Γερμανίας (μαζί και μια πολωνική μονάδα) βάδισαν μαζί στην παρέλαση της νίκης. Στην Κόκκινη Πλατεία της Μόσχας η Άγγελα Μέρκελ στεκόταν ακριβώς δίπλα στον Πούτιν. Η παρουσία της υπογράμμιζε το πνεύμα μιας «νέας» Γερμανίας: οι μεταπολεμικές γενιές δεν έχουν λησμονήσει ότι απελευθερώθηκαν και από το ρωσικό στρατό -- αυτόν με τις μεγαλύτερες θυσίες.

Η καγκελάριος ερχόταν από τις Βρυξέλλες, όπου είχε παρευρεθεί με εντελώς διαφορετικό ρόλο σε μιαν ήττα εντελώς διαφορετική. Η εικόνα εκείνης της συνέντευξης Τύπου, όπου ανακοινώθηκε η απόφαση των αρχηγών των κυβερνήσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης να συγκροτήσουν ένα κοινό ταμείο διάσωσης για το χτυπημένο ευρώ, προδίδει την αγκυλωμένη νοοτροπία, όχι της νέας, αλλά της σημερινής Γερμανίας. H φωτογραφία αποτυπώνει τα πετρωμένα πρόσωπα της Μέρκελ και του Σαρκοζί -- εξοντωμένων αρχηγών κυβερνήσεων που δεν έχουν πια τίποτα να πουν μεταξύ τους. Θα καταλήξει το εικονογραφικό ντοκουμέντο για την αποτυχία ενός οράματος που σφράγιζε τη μεταπολεμική ευρωπαϊκή ιστορία πάνω από μισό αιώνα;

Ενώ στη Μόσχα η Μέρκελ έστεκε στη σκιά της παλιάς Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας, στις 8 Μαΐου στις Βρυξέλλες είχε πίσω της εβδομάδες αγώνων υπέρ των εθνικών συμφερόντων του οικονομικά ισχυρότερου κράτους-μέλους. Με επικλήσεις στο πρότυπο της γερμανικής δημοσιονομικής πειθαρχίας είχε μπλοκάρει μια κοινή δράση της Ένωσης που θα μπορούσε εγκαίρως να στηρίξει την πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας, η οποία βαλλόταν από μια κερδοσκοπία που απέβλεπε στη χρεοκοπία του κράτους. Αναποτελεσματικές δηλώσεις προθέσεων είχαν εμποδίσει μια κοινή προληπτική δράση. Η Ελλάδα ως μεμονωμένη περίπτωση.

Μονάχα μετά την πρόσφατη χρηματιστηριακή μεγάλη αναταραχή, η καγκελάριος, άφωνη, υποχώρησε αφού την είχαν μαλακώσει οι κοινές προσπάθειες του Προέδρου των ΗΠΑ, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Από φόβο για τα όπλα μαζικής καταστροφής του λαϊκιστικού Τύπου φάνηκε να έχασε από το οπτικό της πεδίο την ορμητική δύναμη των όπλων μαζικής καταστροφής των χρηματοπιστωτικών αγορών. Προπάντων δεν ήθελε την Ευρωζώνη, για την οποία ο πρόεδρος της Επιτροπής της Ε.Ε. Χοσέ Μανουέλ Μπαρόζο θα έλεγε τις επόμενες μέρες: Όποιος δεν θέλει την οικονομικοπολιτική Ένωση θα πρέπει να ξεχάσει και τη Νομισματική Ένωση.

Η βαρύτητα των αποφάσεων της Συνόδου της 8ης Μαΐου

Στο μεταξύ, όλοι όσοι μετείχαν στη Σύνοδο αρχίζουν να αντιλαμβάνονται τη βαρύτητα των αποφάσεων της 8ης Μαΐου 2010. Η νεογερμανική γλώσσα των εικόνων, όπου αδιάκοπα ανοίγουμε ομπρέλες και αμπαλάρουμε πακέτα διάσωσης, δεν πρέπει να μας παραπλανήσει ως προς τις διαφορετικές συνέπειες που θα έχουν τα έκτακτα μέτρα της ολονύκτιας συνόδου για το ευρώ από όλα τα έως τώρα bail-outs. Επειδή η Επιτροπή θα λαμβάνει πλέον από την αγορά δάνεια για την Ένωση συνολικά, αυτός ο «μηχανισμός της κρίσης» είναι ένα «κοινοτικό εργαλείο» που μεταβάλλει τη βάση λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το γεγονός ότι οι φορολογούμενοι της Ευρωζώνης θα εγγυώνται πλέον από κοινού για τους δημοσιονομικούς κινδύνους του εκάστοτε άλλου κράτους-μέλους σημαίνει μιαν αλλαγή Παραδείγματος. Συνειδητοποιείται έτσι ένα επί μακρόν απωθημένο πρόβλημα. Καθώς επεκτάθηκε σε κρίση κρατών, η χρηματοπιστωτική κρίση υπενθυμίζει το γενετικό λάθος μιας ανολοκλήρωτης πολιτικής ένωσης που έμεινε στα μισά του δρόμου. Σε έναν οικονομικό χώρο ηπειρωτικών διαστάσεων και με τεράστιο πληθυσμό δημιουργήθηκε μια κοινή αγορά με εν μέρει κοινό νόμισμα, χωρίς να συγκροτηθούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο αρμοδιότητες διά των οποίων θα μπορούσαν να συντονιστούν αποτελεσματικά οι οικονομικές πολιτικές των κρατών μελών.

Κανείς σήμερα δεν μπορεί να βγάλει απʼ το παιχνίδι ως παράλογο το αίτημα τού επικεφαλής του ΔΝΤ για μια «ευρωπαϊκή οικονομική κυβέρνηση». Τα μοντέλα μιας οικονομικής πολιτικής «σύμφωνης με τους κανόνες» και μιας «πειθαρχημένης» δημοσιονομικής πολιτικής κατά τις προδιαγραφές του Συμφώνου Σταθερότητας δεν μπορούν να ανταποκριθούν στην απαίτηση ευέλικτης προσαρμογής σε γρήγορα μεταβαλλόμενους πολιτικούς αστερισμούς. Φυσικά και πρέπει να εξυγιανθούν οι εθνικοί προϋπολογισμοί. Αλλά δεν πρόκειται μόνο για ελληνικές «ζαβολιές» και ισπανικές «αυταπάτες ευημερίας»· ζητούμενο είναι μια οικονομική πολιτική για την προσέγγιση των επιπέδων ανάπτυξης εντός ενός νομισματικού χώρου με ετερογενείς εθνικές οικονομίες. Το Σύμφωνο Σταθερότητας, το οποίο αναγκάστηκαν να αναστείλουν το 2005 η Γαλλία και η Γερμανία, έχει γίνει φετίχ. Η ενίσχυση των κυρώσεων δεν αρκεί για να αντισταθμίσει τις ανεπιθύμητες συνέπειες μιας ηθελημένης ασυμμετρίας ανάμεσα στην ολοκληρωμένη οικονομική και την ανολοκλήρωτη πολιτική ένωση της Ευρώπης.

Ακόμα και η οικονομική αρχισυνταξία της Frankfurter Allgemeine Zeitung βλέπει τη «Νομισματική Ένωση σε σταυροδρόμι». Αλλά διεγείρει μόνο με ένα σενάριο φρίκης τη νοσταλγία για το γερμανικό μάρκο ενάντια στις «χώρες μαλακού νομίσματος», ενώ μια ευπροσάρμοστη καγκελάριος μιλάει ξαφνικά για την ανάγκη οι Ευρωπαίοι «να συνδεθούν πιο στενά οικονομικά και χρηματοπιστωτικά». Πουθενά όμως κάποιο ίχνος συνείδησης βαθιάς τομής. Οι μεν συγχέουν την αιτιώδη σχέση μεταξύ των κρίσεων των τραπεζών και του ευρώ και αποδίδουν την καταστροφή αποκλειστικά στην έλλειψη δημοσιονομικής πειθαρχίας. Οι δε πασχίζουν να υποβαθμίσουν το πρόβλημα του ελλιπούς συντονισμού μεταξύ των εθνικών οικονομικών πολιτικών σε ζήτημα καλύτερης διαχείρισης.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θέλει να καταστήσει μόνιμο το προσωρινό Ταμείο Διάσωσης και να επιθεωρεί προκαταβολικά τα σχέδια εθνικών προϋπολογισμών – πρoτού ακόμα παρουσιαστούν στα εθνικά Κοινοβούλια. Όχι πως είναι παράλογες οι προτάσεις. Αλλά συνιστά θράσος να υπονοείται ότι μια τέτοια παρέμβαση της Επιτροπής στο δικαίωμα των Κοινοβουλίων επί του προϋπολογισμού δεν θίγει τις Συνθήκες και δεν θα αύξανε ανήκουστα το προ πολλού υφιστάμενο δημοκρατικό έλλειμμα. Ένας αποτελεσματικός συντονισμός των οικονομικών πολιτικών θα πρέπει να επιφέρει την ενίσχυση των αρμοδιοτήτων του Κοινοβουλίου του Στρασβούργου∙ και θα αναδείξει την ανάγκη καλύτερου συντονισμού και σε άλλα πεδία πολιτικής.

Εμβάθυνση της πολιτικής συνεργασίας ή παραίτηση από το ευρώ;

Οι χώρες της Ευρωζώνης θα κληθούν να επιλέξουν ανάμεσα στην εμβάθυνση της ευρωπαϊκής συνεργασίας και την παραίτηση από το ευρώ. Δεν πρόκειται για την «αμοιβαία εποπτεία των οικονομικών πολιτικών» (Τρισέ), αλλά για κοινή δράση. Και γιʼ αυτήν η γερμανική πολιτική είναι κακά προετοιμασμένη.

Μετά το Ολοκαύτωμα, για να επιστρέψει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία στον κύκλο των πολιτισμένων εθνών απαιτήθηκαν προσπάθειες δεκαετιών -- από τον Αντενάουερ και τον Χάινεμαν, περνώντας από τον Μπράντ και τον Χέλμουτ Σμιτ, μέχρι τον Βαϊτσέκερ και τον Κολ. Ένας τακτικά ευφυής γκενσερισμός και ένας δυτικός προσανατολισμός για λόγους ευκαιριακούς δεν αρκούσαν. Χρειαζόταν μια απείρως πιο κοπιαστική αλλαγή νοοτροπίας σε όλο το εύρος του πληθυσμού. Αυτό που έκανε τελικά διαλλακτικούς τους Ευρωπαίους γείτονές μας ήταν η αλλαγή αξιακών πεποιθήσεων και το άνοιγμα προς τον κόσμο των νεότερων γενεών που μεγάλωναν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία. Και βέβαια καθοριστικά επέδρασαν στις διπλωματικές σχέσεις οι αξιόπιστες θέσεις των πολιτικών που ήσαν τότε ενεργοί.

Η ιστορικά θεμελιωμένη δυσπιστία απέναντι στους Γερμανούς δεν μπορούσε να ανασκευασθεί μόνον από το αναγνωρίσιμο ενδιαφέρον τους για μιαν ειρηνική ευρωπαϊκή ενοποίηση. Οι Δυτικογερμανοί έμοιαζαν έτσι κι αλλιώς αναγκασμένοι να συμβιβαστούν με την εθνική διαίρεση. Με τη μνήμη των εθνικιστικών ακροτήτων δεν τους ήταν δύσκολο να παραιτηθούν από την ανάκτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων, να αναλάβουν τον ρόλο του μεγαλύτερου πληρωτή. Για να πείσει η γερμανική δέσμευση, έπρεπε να αγκυρωθεί αξιακά. Τη δοκιμή της επιβάρυνσης περιέγραψε καλά ο Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ) όταν, αντιμέτωπος με τους ψυχρούς συμφεροντολογικούς υπολογισμούς της Άγγελα Μέρκελ, επέκρινε την απροθυμία «να αναληφθούν ρίσκα εσωτερικής πολιτικής για την Ευρώπη».

Τα αίτια της νέας γερμανικής δυστοκίας

Η νέα γερμανική δυστοκία έχει βαθύτερες ρίζες. Ήδη με την επανένωση είχε αλλάξει η οπτική μιας μεγαλύτερης πλέον Γερμανίας, απασχολημένης με δικά της προβλήματα. Σημαντικότερη ήταν η ρήξη των νοοτροπιών που επήλθε μετά τον Χέλμουτ Κόλ. Εξαιρώντας έναν Γιόσκα Φίσερ που κουράστηκε πολύ γρήγορα, αφότου ανέλαβε ο Γκέρχαρτ Σρέντερ κυβερνά μια αξιακά αφοπλισμένη γενιά, στριμωγμένη από μιαν ολοένα πιο σύνθετη κοινωνία σε μια κοντόθωρη αντιμετώπιση των προβλημάτων, όπως προκύπτουν μέρα τη μέρα. Με τη συνείδηση ότι τα περιθώρια δράσης συρρικνώνονται, παραιτείται από στόχους και επιδιώξεις πολιτικής διαμόρφωσης, για να μη μιλήσουμε για ένα σχέδιο σαν την ένωση της Ευρώπης.

Οι γερμανικές ελίτ απολαμβάνουν σήμερα την ομαλότητα του εθνικού τους κράτους όπως την ξαναβρήκαν. Στο τέρμα μιας «μακράς πορείας προς τη Δύση» κατέκτησαν το δημοκρατικό τους απολυτήριο και μπορούν πια «να είναι όπως οι άλλοι». Εξαφανίστηκε η ανήσυχη προθυμία ενός λαού ηττημένου και ηθικά, εξαναγκασμένου στην αυτοκριτική, να βρει πιο γρήγορα τη θέση του σε ένα μεταεθνικό αστερισμό. Σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο, όλοι πρέπει να μάθουν να εντάσσουν την οπτική των άλλων στη δική τους, αντί να αποσύρονται σε ένα εγωκεντρικό μείγμα αισθητικοποίησης και βελτιστοποίησης του οφέλους. Πολιτικό σύμπτωμα της υστερούσας προθυμίας για μάθηση είναι οι αποφάσεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου για το Μάαστριχτ και για τη Λισσαβώνα, που γραπώνονται σε ξεπερασμένες, νομικά δογματικές αντιλήψεις για την κυριαρχία. Η περιστρεφόμενη γύρω από τον εαυτό της, χωρίς αξιακά αιτήματα νοοτροπία ενός αυτοαναφορικού κολοσσού στη μέση της Ευρώπης, δεν εγγυάται πλέον καν ότι θα διατηρηθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση στο ταλαντευόμενό της status quo.

Μια αλλαγή νοοτροπίας δεν είναι λόγος ψόγου∙ αλλά η νέα αδιαφορία έχει συνέπειες για την πολιτική πρόσληψη της παρούσας πρόκλησης. Ποιος είναι πραγματικά διατεθειμένος να αντλήσει από την κρίση των τραπεζών εκείνα τα διδάγματα που ήδη από καιρό διακήρυξε στα πρακτικά της η σύνοδος κορυφής των G-20 στο Λονδίνο -- και να παλέψει για αυτά;

Κανείς δεν μπορεί να απατάται ως προς την πλειοψηφική βούληση των πληθυσμών να δαμαστεί ο εξαγριωμένος χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός. Για πρώτη φορά στην ιστορία του καπιταλισμού, το φθινόπωρο του 2008, η ραχοκοκαλιά του ωθούμενου από τις χρηματοπιστωτικές αγορές παγκόσμιου οικονομικού συστήματος κατορθώθηκε να σωθεί από την κατάρρευση με τις εγγυήσεις των φορολογουμένων μόνο. Και το γεγονός αυτό, ότι ο καπιταλισμός αδυνατεί πια να αναπαραχθεί από τις δικές του δυνάμεις, έχει έκτοτε εγκατασταθεί στη συνείδηση των πολιτών οι οποίοι πρέπει, ως φορολογούμενοι πολίτες, να πληρώσουν για την «αποτυχία του συστήματος».

Οι απαιτήσεις των ειδικών έχουν κατατεθεί στο τραπέζι. Συζητούνται η αύξηση των ιδίων κεφαλαίων των τραπεζών, περισσότερη διαφάνεια για τις δραστηριότητες των hedge funds, ένας βελτιωμένος έλεγχος των Χρηματιστηρίων και των υπηρεσιών αξιολόγησης, η απαγόρευση των ευφάνταστων αλλά οικονομικά επιζήμιων κερδοσκοπικών εργαλείων, ένας φόρος επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών, ένα τέλος στις τράπεζες, ο διαχωρισμός εμπορικών και επενδυτικών τραπεζών, η προληπτική κατάτμηση εκείνων των τραπεζικών συγκροτημάτων που «είναι πολύ μεγάλες για να αφεθούν να χρεοκοπήσουν». Στο πρόσωπο του Γιόζεφ Άκερμαν, αυτού του επιτήδειου αρχιλομπίστα για τα συμφέροντα του τραπεζικού κλάδου, καθρεφτιζόταν κάποιος εκνευρισμός όταν η [δημοσιογράφος της τηλεόρασης] Μέιμπριτ Ίλνερ του πρότεινε να επιλέξει μερικά τουλάχιστον από αυτά τα «εργαλεία βασανισμού» που έχει στη διάθεσή του ο νομοθέτης.

Όχι πως θα ήταν απλό πράγμα η ρύθμιση των χρηματοπιστωτικών αγορών. Για το σκοπό αυτό χρειάζεται κανείς και μια γνώση του αντικειμένου όπως την έχουν οι ικανότεροι στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους τραπεζίτες. Αλλά λιγότερο προσκρούουν οι καλές προθέσεις στην «πολυπλοκότητα των αγορών», παρά στην έλλειψη θάρρους και ανεξαρτησίας των εθνικών κυβερνήσεων. Αποτυγχάνουν, καθώς σπεύδουν να παραιτηθούν από μια διεθνή συνεργασία που επιδιώκει να αναπτύξει ικανότητες παρέμβασης -- παγκοσμίως, στην Ε.Ε., αρχίζοντας πρώτα από το εσωτερικό της Ευρωζώνης. Διαπραγματευτές τίτλων και κερδοσκόποι πείθονται στην υπόθεση της βοήθειας προς την Ελλάδα περισσότερο από την επαγγελματική ηττοπάθεια του Άκερμαν παρά από τη χλιαρή συμφωνία της Μέρκελ για το Ταμείο διάσωσης· ρεαλιστικά δεν εμπιστεύονται τις ευρω-χώρες για μιαν αποφασιστική συνεργασία. Πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς με ένα σύλλογο που ξοδεύει όλη την ενεργητικότητά του σε κοκορομαχίες για την κατάληψη των πιο σημαντικών του θέσεων από άχρωμες φιγούρες;

Μια κοινή ευρωπαϊκή μοίρα

Σε καιρούς κρίσης ιστορία μπορούν να παράγουν ακόμα και τα πρόσωπα. Οι πλαδαρές πολιτικές μας ελίτ, που προτιμούν να ακολουθούν τους συνθηματικούς τίτλους της Bild, δεν μπορούν να δικαιολογούνται ότι τάχα οι πληθυσμοί στέκουν εμπόδιο σε μια βαθύτερη ευρωπαϊκή ένωση. Γνωρίζουν άριστα ότι η σύλληψη της γνώμης των ανθρώπων διά δημοσκοπήσεων δεν είναι το ίδιο με τη διαλογικά και δημοκρατικά διαμορφούμενη βούληση των πολιτών. Μέχρι τώρα, σε καμία χώρα δεν υπήρξε ούτε μία ευρωπαϊκή εκλογή ή δημοψήφισμα, όπου να αποφασίστηκε για κάτι άλλο έξω από καθαρά εθνικά θέματα. Πέρα από την εθνοκρατική στενοκεφαλιά της Αριστεράς (και δεν εννοώ μόνο τη γερμανική Die Linke), όλα τα κόμματα έως τώρα μας χρωστάνε τη δοκιμή να διαμορφώσουν πολιτικά την κοινή γνώμη, διαφωτίζοντάς την επιθετικά.

Με λίγο πολιτικό θάρρος η κρίση του κοινού νομίσματος μπορεί να φέρει αυτό που κάποιοι είχαν ελπίσει κάποτε από την κοινή εξωτερική πολιτική: τη συνείδηση, που απλώνεται πάνω από εθνικά σύνορα, ότι μοιραζόμαστε μια κοινή ευρωπαϊκή μοίρα.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Die Zeit», στις 20.6.2010. Οι μεσότιτλοι είναι των «Ενθεμάτων»

μετάφραση: Ελίζα Παπαδάκη

Έρνστ Λούντβιχ Κίρχνερ, «Τανγκό», π. 1919-1921

Καρλ Σμιτ Ρότλουφ, «Ψαρόβαρκα», 1921