Ενας δύσκολος τοκετός

Τάσος Παππάς, Κυρ. Ελευθεροτυπία, 04/04/2010


Θέμα επικαιρότητας

Ευρωπαϊκή Αριστερά

Σύνολο: 149 Κείμενα
Τα καλά αποτελέσματα για την αριστερά στη Γαλλία ύστερα από μια περίοδο μαζικής υποχώρησης των ποσοστών της επανέφεραν στο προσκήνιο το θέμα της ενότητας όλων των συνιστωσών της.

Η «πληθυντική αριστερά» όπως λεγόταν επί Λ. Ζοσπέν, ή η «αλληλέγγυα αριστερά», όπως ονομάζεται σήμερα, σε συνδυασμό με τις προσπάθειες στην Ιταλία των προοδευτικών οργανώσεων για κοινή στάση απέναντι στο λερό φαινόμενο του μπερλουσκονισμού, αναπτέρωσαν τις ελπίδες του κόσμου της εργασίας, ο οποίος υφίσταται τις συνέπειες από την ολομέτωπη επίθεση του νεοφιλελευθερισμού.

Προσφέρονται τα ενωτικά εγχειρήματα σε Γαλλία και Ιταλία για εξαγωγή συμπερασμάτων που μπορούν να φανούν χρήσιμα και στη δική μας αριστερά; Υπάρχει ασφαλώς η προφανής διαφορά ότι σ’ αυτές τις χώρες στην κυβέρνηση βρίσκονται συντηρητικά κόμματα, ενώ η καθαρόαιμη ακροδεξιά συσπειρώνει ένα υπολογίσιμο κομμάτι των κοινωνιών. Υπάρχουν ακόμη οι διαφορετικές παραδόσεις στο ζήτημα των πολιτικών και εκλογικών συμμαχιών ανάμεσα στις συσσωματώσεις που κινούνται από το χώρο της σοσιαλδημοκρατίας μέχρι την περιοχή της ριζοσπαστικής αριστεράς.

Ηκουλτούρα του διαλόγου (εμπεδωμένη σε Γαλλία και Ιταλία, με ενσαρκώσεις σε κεντρικό και τοπικό επίπεδο, στην Ελλάδα αναιμική παλαιότερα, συκοφαντημένη σήμερα) κλονίστηκε εξαιτίας της άνευ όρων υποταγής της κυβερνώσας σοσιαλδημοκρατίας στο νεοφιλελευθερισμό, που τραυμάτισε την αξιοπιστία της, αφού «βρέθηκε διανοητικά και πολιτικά απαράσκευη μπροστά στην έκρηξη της κρίσης» (Θ. Γιαλκέτσης, «Ελευθεροτυπία» 18-6-2009). Ετσι κέρδισε έδαφος η ιδεολογία του κινηματισμού, ο οποίος παρουσιάστηκε ως η μόνη εναλλακτική λύση στη συνθηκολόγηση της σοσιαλδημοκρατίας. Στις συνθήκες αυτές ένα τμήμα της ριζοσπαστικής αριστεράς έκανε σημαία την αντίληψη σύμφωνα με την οποία «πρέπει να απορριφθεί κάθε ιδέα για συμμετοχή σε ψευτοαριστερές κυβερνήσεις με τη σοσιαλδημοκρατία» (Α. Κριβίν, «Η Αυγή» 1-6-2008).

Γρήγορα όμως έγινε φανερό ότι «η γοητεία της ριζοσπαστικής αριστεράς στηριζόταν περισσότερο στην απογοήτευση που προκαλούσε η συστημική αριστερά παρά στην ακτινοβολία ενός καινοτόμου και εναργώς διακριτού ιδεολογικού και προγραμματικού λόγου» (Γ. Μοσχονάς, «Το Βήμα» 14-6-2009). Οι κάλπες επιβεβαίωσαν την αδυναμία της και διέψευσαν τις προσδοκίες όλων εκείνων που προφήτευαν εκτός από το τέλος του καπιταλισμού και το τέλος του ρεφορμισμού.

Κλασικά παραδείγματα, η «Κομμουνιστική Επανίδρυση» στην Ιταλία που κινδύνευσε με εξαφάνιση, το «Νέο Αντικαπιταλιστικό Κόμμα» του Μπεζανσνό στη Γαλλία που είδε την επιρροή του να μειώνεται και ένα κομμάτι του στελεχικού προσωπικού του να συνεργάζεται με άλλες κινήσεις της αριστεράς στις πρόσφατες περιφερειακές εκλογές και βεβαίως ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος από το δημοσκοπικό 17% προσγειώθηκε λίγο πάνω από το κατώφλι της εκλογικής επιβίωσης.

Ετσι, η αποκαλούμενη αντισυστημική αριστερά δεν μπόρεσε να δώσει καταφατική απάντηση στο ερώτημα «αν είναι σε θέση να αποδείξει ότι είναι κάτι παραπάνω από μια οργάνωση του "όχι", ικανή να οργανώνει διαμαρτυρίες εναντίον του κόσμου όπως διαμορφώνεται, αλλά ωστόσο ανίκανη να τον αλλάξει» (Φ. Ρεϊνώ, «Το μωσαϊκό της άκρας αριστεράς», εκδόσεις Πόλις).

Ευκαιρίες της παρουσιάστηκαν, όμως η λογική του «small is beautiful» και ο ασπόνδυλος πολυσυλλεκτισμός (κεντρικά στοιχεία της φυσιογνωμίας της) την καθήλωσαν σε ρόλο μικρού παίκτη με μειοψηφική λογική, χωρίς φιλοδοξίες για συμμετοχή στο κεντρικό πολιτικό παιχνίδι, το οποίο άλλωστε καταγγέλλει ως στημένο.

Στη Γαλλία και την Ιταλία φαίνεται ότι ξεκινά (ξανά) μια συζήτηση για τις σχέσεις μεταξύ της μεταρρυθμιστικής και της ριζοσπαστικής αριστεράς. Τα πράγματα δεν είναι εύκολα. Η καχυποψία των εμπλεκόμενων μερών -απόρροια των εχθροπραξιών του παρελθόντος- είναι παρούσα. Οι μικροηγεμονισμοί για την κατάκτηση του προβαδίσματος δυσκολεύουν τη συνεννόηση, ενώ τα ατυχή μοντέλα διακυβέρνησης (Γαλλία το 1981, Ιταλία την περίοδο Πρόντι) λειτουργούν αποθαρρυντικά.

Ωστόσο, ας κρατήσουμε την αισιοδοξία των Μπιφέ, Μελανσόν και Πικέ ότι «το μέτωπο πρέπει να γίνει το λαϊκό μέτωπο του 21ου αιώνα» και την αποφασιστικότητα του Ν. Βέντολα: «Οι αριστεροί δεν παραδίνονται, χρειάζεται να πολλαπλασιάσουμε τις προσπάθειες για να ξαναδέσουμε μια ενωτική πορεία όλης της κεντροαριστεράς».

Στην Ελλάδα το ρεπερτόριο είναι γνωστό: Αδιανόητος ο διάλογος με τη σοσιαλδημοκρατία, έγκλημα καθοσιώσεως η συμμετοχή σε κυβερνήσεις συνεργασίας, εκμαυλιστικές οι προτάσεις για τη βελτίωση του υπάρχοντος. Τι κι αν η ριζοσπαστική αριστερά υποχωρεί ενώ οι συνθήκες είναι ευνοϊκές γι’ αυτήν. Τι κι αν η σοσιαλδημοκρατία δεν εννοεί να εγκαταλείψει τη σκηνή της ιστορίας, παρά τα αλλεπάλληλα πιστοποιητικά θανάτου που έχουν εκδώσει οι ληξίαρχοι της επαναστατικής καθαρότητας. Πρόκειται για λεπτομέρειες.