Aριστερά και σοσιαλδημοκρατία: η γερμανική εμπειρία

Αποστόλης Στραγαλινός, Κυριακάτικη Αυγή, 09/03/2008


Θέμα επικαιρότητας

Ευρωπαϊκή Αριστερά

Σύνολο: 149 Κείμενα
Στο χώρο της ανανεωτικής Αριστεράς και στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ εθνικών εκλογών και συνεδρίου του ΣΥΝ, άνοιξε μια ενδιαφέρουσα συζήτηση γύρω από τις κυβερνητικές συνεργασίες του ενδυναμωμένου Συνασπισμού. "Μια νέα κυβέρνηση ενός Μεγάλου Συνασπισμού με επίκεντρο τις δυνάμεις της Ριζοσπαστικής Αριστεράς" είναι η πρόταση του απερχόμενου προέδρου του ΣΥΝ, Αλέκου Αλαβάνου, ωστόσο πολλοί πιστεύουν ότι "δεν μας βγαίνουν τα κουκιά". Σ’ αυτήν τη συζήτηση συχνά αναφέρεται, ως το αντίστοιχο του ΣΥΡΙΖΑ, το παράδειγμα του ενωτικού γερμανικού εγχειρήματος, το οποίο διαδραματίζει σήμερα καταλυτικό ρόλο στο γερμανικό πολιτικό γίγνεσθαι. Παραβλέπεται ωστόσο η θέση της γερμανικής Αριστεράς περί εκλογικών συνεργασιών. Το παρόν κείμενο επιδιώκει να συμβάλλει τεκμηριωμένα στον σχετικό προβληματισμό και την κατανόηση της γερμανικής εμπειρίας.

Το κείμενο θέσεων της ΚΠΕ του ΣΥΝ για το 5ο Συνέδριο αναφέρει:

|"Όπως έχει δείξει η ευρωπαϊκή εμπειρία, οι κυβερνήσεις της κεντροαριστεράς --με συμμετοχή δυνάμεων της ριζοσπαστικής Αριστεράς-- όπου δοκιμάστηκαν απέτυχαν και περιορίστηκαν στη διαχείριση της υπάρχουσας κατάστασης. Όπως απέτυχαν οι κυβερνητικές απόπειρες συνεργασίας των δυνάμεων της ριζοσπαστικής Αριστεράς με κατεστημένα σοσιαλιστικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα".|

Υποστηρίζω ότι αυτό το επιχείρημα δεν ισχύει στην περίπτωση της γερμανικής Αριστεράς. Στη Γερμανία αριστεροί και σοσιαλδημοκράτες συνεργάζονται με επιτυχία σε κρατιδιακές κυβερνήσεις ήδη από το 1994.

Το PDS, η μετεξέλιξη του ανατολικογερμανικού SED, αναζήτησε εξαρχής ρόλο μέσα στο νέο γερμανικό πολιτικό σύστημα. Αρχικά η ζυγαριά έκλινε υπέρ όσων υποστήριζαν ότι στην (επαν)ενωμένη Γερμανία τού προσήκει ρόλος καταγγελτικός και αντιπολιτευτικός, ο ρόλος, επιπλέον, του προστάτη των συμφερόντων των Ανατολικογερμανών. Όμως το 1994 το PDS προσέφερε κοινοβουλευτική στήριξη στο συνασπισμό SPD-Πράσινων στη Σαξονία-Ανχάλτη. Ο Ράινχαρντ Χέπνερ, υποψήφιος τότε του SPD και μετέπειτα πρωθυπουργός του κρατιδίου δέχθηκε την προσφορά ενάντια στην ηγεσία του κόμματός του και την κατακραυγή των (δυτικο)γερμανικών πολιτικοοικονομικών και δημοσιογραφικών κύκλων. Έκτοτε, το PDS δεν περιορίζεται στην αντιπολίτευση, αλλά επίσης στηρίζει μειοψηφικές σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις (Tolerierung) ή συγκυβερνά (από το 1998 στο Μέκλεμπουργκ-Φόρπόμμερν, από το 2001 στο Βερολίνο). Το 2007, ως Αριστερά (die Linke), έχοντας πλέον συγχωνευτεί με την WASG (Εναλλακτική Επιλογή για την Εργασία και την Κοινωνική Δικαιοσύνη), εισήλθε για πρώτη φορά σε κοινοβούλιο δυτικού κρατιδίου (Βρέμη), για να ακολουθήσει η είσοδος στα κοινοβούλια της Έσσης, Κάτω Σαξονίας και Αμβούργου, ενώ θεωρείται βέβαιο ότι θα ακολουθήσουν κι άλλα. Η διαδρομή και οι επιλογές του αποδείχθηκαν απολύτως επιτυχημένες, μολονότι διλήμματα και ταμπού υπάρχουν και στη Γερμανία, ιστορικά πολύ ισχυρά. Πρέπει; Γίνεται να συνεργαστούμε; Αυτά τα ερωτήματα τα θέτει πρώτιστα η σοσιαλδημοκρατία, διότι το PDS από τις αρχές της δεκαετίας -- πρώτα επί ηγεσίας Τσίμερ, σήμερα επί Μπίσκι--, τα έχει απαντήσει: όσο κι αν εδώ ξορκίζουμε τις συγκλίσεις με τον σοσιαλδημοκρατικό χώρο, στη Γερμανία είναι η Αριστερά αυτή η οποία έχει στρατηγικό στόχο --καθαρά και ξάστερα-- την κυβερνητική συνεργασία με το SPD (και) σε ομοσπονδιακό επίπεδο, όχι στη λογική ενός στείρου αριστερού κυβερνητισμού, αλλά φρονώντας ότι |και| η ανάληψη κυβερνητικής ευθύνης συνιστά θεμιτό μέσο άσκησης αριστερής πολιτικής (βλ. κείμενα του συνεδρίου PDS στο Πότσνταμ, Οκτώβριος 2004). Όσο οι αντιστάσεις της σοσιαλδημοκρατίας κάμπτονται, τόσο θα πλησιάζει η Αριστερά στο στρατηγικό της στόχο.

Κουλτούρα συνεργασίας και πραγματισμός

Η δραματική πρόσφατη εκλογική αναμέτρηση στην Έσση καταδεικνύει ότι η πολιτική δεν είναι κάτι απονεκρωμένο και στατικό, αλλά μια διαδικασία που μετακινείται και εξειδικεύεται συνεχώς, η τέχνη του εφικτού. Προκειμένου να αποπεμφθεί ο υπερσυντηρητικός πρωθυπουργός Ρόναλντ Κοχ, η υποψήφια του SPD Αντρέα Υψηλάντη, για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας με τους Πράσινους, χρειαζόταν τη στήριξη της Αριστεράς. Εάν η σοσιαλδημοκρατία, εμμένοντας σε αγκυλώσεις αρνιόταν να δεχθεί την ήδη προσφερόμενη αριστερή χείρα βοηθείας, θα παρέδιδε την Έσση στη χριστιανοδημοκρατία. Εάν όμως την αποδεχόταν, θα έσπαγε ταυτόχρονα ένα βαθιά ριζωμένο ταμπού, ανοίγοντας τον δρόμο για τη συμμετοχή της Αριστεράς σε κυβερνητικό συνασπισμό δυτικού κρατιδίου για πρώτη φορά. Το προηγούμενο διάστημα, το SPD βρέθηκε στα πρόθυρα νευρικής κρίσης. Διαμορφώθηκαν δύο γραμμές, αποκλεισμού της Αριστεράς από τη μια, και τακτικής σύγκλισης από την άλλη. Η αλλαγή των πολιτικών ισορροπιών (ενίσχυση της Αριστεράς και αδυναμία εναλλακτικής "κοκκινοπράσινης" πολιτικής πρότασης χωρίς αριστερή στήριξη) υποχρέωσε τελικά την ηγεσία του SPD να δώσει το "πράσινο φως" στην Υψηλάντη να προχωρήσει με την Αριστερά.

Στη Γερμανία η κουλτούρα της συνδιαλλαγής δεν σημαίνει αναγκαστικά προσχώρηση σε ιδεολογικά αντίπαλα στρατόπεδα, απεμπόληση αρχών, συμβιβασμένες ηγεσίες. Διατηρώντας την αυτονομία της, με πραγματισμό και υπευθυνότητα η Αριστερά (κομμουνιστών, σοσιαλδημοκρατών τροτσκιστών) επιδιώκει τη συμμετοχή της σε κυβερνητικούς συνασπισμούς. Της κοστίζει; Το επιχείρημα που θέλει την Αριστερά να "πληρώνει τη νύφη" όταν βρίσκεται στην εξουσία δεν ισχύει εδώ. Στο Βερολίνο το PDS μπορεί να απώλεσε μεταξύ δύο εκλογικών αναμετρήσεων 9,2 %, στο Μέκλεμπουργκ ωστόσο διατήρησε τις δυνάμεις του στο ακέραιο, την ώρα που το SPD έχανε 10,4%. Πρόκειται για φυσιολογική φθορά που γνωρίζουν όλα τα κόμματα. Η πρόθεση ανάληψης κυβερνητικής ευθύνης σε συνασπισμούς με το SPD (σε ομοσπονδιακό και κρατιδιακό επίπεδο) στο πλαίσιο του στρατηγικό τρίπτυχου "αντιπολιτευόμαστε-συνδιαμορφώνουμε-αναδεικνύουμε εναλλακτικές προτάσεις", πλειοψήφησε συντριπτικά στα συνέδρια του PDS, κατοχυρώνοντας τη λογική σύγκλισης με το SPD, η οποία συνεχίζεται και με το νέο πολιτικό υποκείμενο της Αριστεράς (die Linke).

Διαβάζουμε σωστά τα μηνύματα από τη Γερμανία;

Με ενδιαφέρον παρακολουθεί η ελληνική Aριστερά την κινητικότητα του χώρου στη Γερμανία. Εντούτοις, μας απασχολεί αποκλειστικά η εμπειρία της διαδικασίας συγχώνευσης PDS-WASG ως μοντέλο που θα μπορούσε κάποτε να εφαρμοστεί κι εδώ, ενώ αποσιωπάται εντελώς το δεύτερο στοιχείο της: oι κυβερνητικές συμμαχίες με τη σοσιαλδημοκρατία. Είναι χρήσιμο να αναλύσουμε χωρίς δογματικές παρωπίδες κοινά και διαφορές, να καταλήξουμε στο αν το γερμανικό εγχείρημα είναι θετικό και με ποιες προϋποθέσεις και ποιους συμμάχους μπορεί να επιχειρηθεί εδώ, καταρρίπτοντας, εν ανάγκη, και δικά μας ταμπού.

\Ι.\ Στη Γερμανία, Αριστερά και σοσιαλδημοκρατία συναντώνται σε δύο επίπεδα: μέσα από το κόμμα της Αριστεράς, στο οποίο συγχωνεύτηκαν PDS και WASG (ας μην ξεχνάμε ότι οι σοσιαλδημοκράτες δεν εντάχτηκαν στο PDS, αλλά οι πρώην κομμουνιστές αυτοδιαλύθηκαν μέσα στο νέο σχήμα), και μέσα από τις κυβερνητικές συνεργασίες σε κρατιδιακά κοινοβούλια με τον κύριο σοσιαλδημοκρατικό πολιτικό φορέα, το SPD. Στην Ελλάδα το πρώτο δεν υφίσταται (ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ δεν συγχωνεύτηκε με σοσιαλδημοκράτες ούτε διαθέτει αντίστοιχη συνιστώσα), ενώ το δεύτερο (κυβερνητική συνεργασία) παραμένει θέμα-ταμπού.

\ΙΙ.\ Η αναζήτηση μιας WASG (της "καλής" --υποτίθεται-- σοσιαλδημοκρατίας) "αλά γκρέκα", για να την εντάξουμε ως σοσιαλδημοκρατική συνιστώσα στο ΣΥΡΙΖΑ, υπό τις κρατούσες συνθήκες δεν δύναται να καρποφορήσει. Απουσιάζουν από το σημερινό ΠΑΣΟΚ οι δυνάμεις που θα αποχωρούσαν μαζικά για να συναντήσουν το ΣΥΡΙΖΑ. Στο παρελθόν υπήρξαν οργανωμένες έξοδοι από το ΠΑΣΟΚ, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την αποχώρηση Τσοβόλα και τη δημιουργία του ΔΗΚΚΙ. Μπορεί να χώριζαν αιώνες την ανανεωτική Αριστερά με το κόμμα αυτό, αλλά ήταν η μοναδική φορά που κάτι αντίστοιχο της WASG συγκροτήθηκε με κάποια δυναμική στην ελληνική πολιτική σκηνή.

\ΙΙΙ.\ Ορισμένοι λένε ότι "δυστυχώς στην Ελλάδα δεν υπάρχει Λαφοντέν". Εδώ εντοπίζεται η μεγαλύτερη παρανόηση και παράλληλα η πρόφαση για ακινησία. Οι συγκλίσεις δεν είναι θέμα προσώπων, αλλά πολιτικών προγραμμάτων. Επιπλέον, δεν μας χρειάζονται ντόπιοι Λαφοντέν, ήτοι προβεβλημένα στελέχη (Άκης; Βενιζέλος;) που θα τα "έσπαγαν" με το ΠΑΣΟΚ και θα έρχονταν σε εμάς με την προίκα τους για να το εκδικηθούν. Όσοι στις γραμμές μας --και είναι πολλοί-- σπουδαιολογούν τον Λαφοντέν, αγνοούν ότι στη γερμανική πολιτική σκηνή ο όρος "λαφοντενισμός" είναι συνώνυμος του λαϊκισμού. Λησμονούν ότι ο αμφιλεγόμενος Λαφοντέν αποφάσισε να ενσωματωθεί με επικοινωνιακούς όρους στο κοινό εγχείρημα όταν πια είχε αναπτυχθεί σημαντική δυναμική, όταν στάθμισε τα οφέλη και εξασφάλισε την ανάληψη της προεδρίας (από κοινού με το Μπίσκι), ωθούμενος --κι αυτό δεν κρύβεται--από απύθμενο μίσος και ρεβανσισμό για τους πρώην συντρόφους του στο SPD, οι οποίοι δεν θέλουν να τον βλέπουν ούτε ζωγραφιστό.

\ΙV.\ Ο πρώην πρόεδρος του ΣΥΝ Ν. Κωνσταντόπουλος διέκρινε, σε πρόσφατη παρέμβασή του, δυνατότητα δημιουργίας ενός νέου πολιτικού σχήματος με αναφορά τον κόσμο του ΠΑΣΟΚ, του ΣΥΝ τα κινήματα και τις ενώσεις πολιτών. Μολονότι αφετηρία της σκέψης του είναι η γερμανική εμπειρία, η πρότασή του διαφοροποιείται σημαντικά από αυτή, διότι στη Γερμανία το νέο πολιτικό υποκείμενο δεν προήλθε από τη σύμπραξη PDS και SPD, αλλά από τη συνάντηση PDS και αποχωρησάντων από το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (WASG). Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν προϋποθέσεις για κάτι παρόμοιο. Ζητούμενο δεν είναι ένα νέο κεντροαριστερό κόμμα, αλλά ένας ΣΥΝ αυτόνομος με σύγχρονο προγραμματικό σχέδιο, η διεύρυνση --μέσα από τοn ΣΥΡΙΖΑ-- των συμμαχιών με τους Οικολόγους-Πράσινους, ο διάλογος και η κοινή δράση --όπου είναι κατορθωτό-- με τη σοσιαλδημοκρατία.

\V.\ Η επιχειρηματολογία του τύπου |το ΠΑΣΟΚ δεν αποτελεί εξέλιξη κάποιου ιστορικού ρεύματος της Aριστεράς, αλλά μετεξέλιξη του Κέντρου| και ως εκ τούτου δεν πρέπει να γοητευόμαστε από την κεντροαριστερά, δεν λέει απολύτως τίποτε. Είναι θέση παράλογη και συντηρητική per se. Εάν αρχίσουμε να χορηγούμε πιστοποιητικά αριστεροφροσύνης, τότε κινδυνεύουμε από έναν νέο δογματισμό, κατασκευάζουμε νέες ιδεοληψίες πράττοντας ό,τι το ΚΚΕ με εμάς, το οποίο λειτουργεί ως αυτόκλητος μπαμπούλας της ιδεολογικής καθαρότητας.

\VI.\ Όσες διαφορές και αν έχουμε με τοn σοσιαλδημοκρατικό χώρο στην Ελλάδα, όσο κι αν "απέναντι" βρισκόμαστε, η απόστασή μας δεν είναι τόσο μεγάλη, όσο απέχει ιστορικά το "αδελφό" μας κόμμα στη Γερμανία με το SPD. Εκεί, η σκιά του παρελθόντος και οι διαφορές, χωρίς να παραβλέπονται, δεν αποτελούν εμπόδιο για συνεννόηση και συνεργασία. Αριστερά και σοσιαλδημοκρατία ρίχνουν γέφυρες συνεργαζόμενες --όποτε το επιτρέπουν ή επιβάλλουν οι συνθήκες-- παρότι το 1919 η εξέγερση των Σπαρτακιστών τσακίστηκε από τον σοσιαλδημοκράτη Φρήντριχ Έμπερτ, παρότι μετά τη σταλινοποίηση του SED η πλειοψηφία των 680.000 Ανατολικογερμανών σοσιαλδημοκρατών εκδιώχθηκε, φυλακίστηκε, δολοφονήθηκε μεταξύ 1948-1954 από το κομμουνιστικό καθεστώς, παρότι μέχρι σήμερα οι σοσιαλδημοκράτες, επί 52 χρόνια, σιωπούν απέναντι στην ισχύουσα από το 1956 απαγόρευση του KPD και ανέχονται την παρακολούθηση της Αριστεράς (παλαιότερα του PDS) από το Συνταγματικό Δικαστήριο της Καρλσρούης. Παρά την στερεοτυπική εικόνα ότι το PDS αποτελεί μετεξέλιξη του κόμματος των δικτατόρων και της Στάζι, και παρά το γεγονός ότι το SPD στήριξε τους βομβαρδισμούς στη Γιουγκοσλαβία, προσχώρησε στον "τρίτο δρόμο" του Μπλερ και διέλυσε το κοινωνικό κράτος.

\VII.\ Κάτι που δεν έχει δοκιμαστεί στην πράξη δεν είναι δυνατόν να αποκλείεται a priori και διά παντός. Γιατί από τη μια θεωρείται μηχανιστική μεταφορά η εξέταση του ενδεχομένου αυτό που γίνεται στη Γερμανία, υπό προϋποθέσεις, να μπορεί να εφαρμοστεί παραλλαγμένο ή προσαρμοσμένο κι εδώ, ενώ από την άλλη δεν είναι μηχανιστική μεταφορά η διατύπωση του κειμένου των Θέσεων του Συνεδρίου ότι επειδή σε άλλες χώρες το εγχείρημα, για διάφορους λόγους, απέτυχε είναι καταδικασμένο να αποτύχει και στην Ελλάδα; Όταν το 62% των πολιτών φέρεται να επιθυμεί συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ-σοσιαλδημοκρατίας, δεν είναι κακό να ανοίξει μια καλοπροαίρετη συζήτηση μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων για τα μεγάλα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα.

Η ώρα της δικής μας Aριστεράς

Πιστεύω ότι ήρθε η ώρα για τη νέα ηγεσία του ΣΥΝ να καταρρίψει ένα από τα τελευταία ταμπού: είναι επίκαιρο το άνοιγμα των συμμαχιών του Συνασπισμού, μέσα από τον ΣΥΡΙΖΑ, αφενός προς την οικολογία και αφετέρου προς πρόσωπα, διανοούμενους και ομάδες που κινούνται στον σοσιαλδημοκρατικό, κεντροαριστερό χώρο. Θα αποτελούσε ένα ιδιαιτέρως θετικό βήμα, αν συμφωνήσουμε και στη χώρα μας, όπως έπραξε η γερμανική Αριστερά, λαμβάνοντας υπόψη τον νέο εκλογικό νόμο και τη σημαντική δυναμική που αναπτύσσουν ΣΥΡΙΖΑ και ΣΥΝ, να εργαστούμε για τη διαμόρφωση αντίστοιχων εξελίξεων στη βάση μιας εναλλακτικής προγραμματικής πρότασης, που θα μπορούσε να οδηγήσει, υπό προϋποθέσεις, ακόμη και σε κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες. Ένα ισχυρό σύγχρονο αριστερό κόμμα με διψήφιο ποσοστό δεν έχει να φοβηθεί ούτε την αφομοίωση από μεγαλύτερους εταίρους ούτε συκοφαντίες περί δεκανικιών. Φανταστήκαμε ποτέ να έχουμε στα χέρια μας το Παιδείας (χωρίς το Θρησκευμάτων), το Εσωτερικών, το Περιβάλλοντος, το Απασχόλησης; Θα πέρναγε το άρθρο 16; Θα βλέπαμε ζαρντινιέρες και βασανισμούς στα αστυνομικά τμήματα ξανά; Θα επιτρέπαμε την κατασκευή "αναψυκτηρίων" Θα νομοθετούσε ο κυβερνητικός εταίρος την αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης χωρίς να μας ρωτήσει;

Δεν ξέρω πόσο απέχουμε από αυτό, θεωρώ ωστόσο εξαιρετικά ελπιδοφόρο το γεγονός ότι με αφορμή τις σχετικές παρεμβάσεις Αλαβάνου και Τσίπρα αρχίσαμε να συζητάμε την προοπτική, σοβαρά και δίχως μικρομεγαλισμούς, παρά τις όποιες αμφισημίες και διαφορετικές αναγνώσεις. Η γερμανική εμπειρία δείχνει ότι δεν αξίζει στην Αριστερά να είναι στη γωνία καταγγέλλοντας. Χρειάζεται η δική μας Αριστερά να αποκτήσει πρωταγωνιστικό ρόλο και να δοκιμαστεί και στη διακυβέρνηση της χώρας, πρακτική που, χωρίς να αποτελεί αυτοσκοπό, είναι αυτονόητη στο ευρωπαϊκό χώρο ως μέσο για την ανατροπή νεοφιλελεύθερων επιλογών. Είναι στο χέρι μας να τα πάμε καλύτερα απ’ ό,τι Γάλλοι και Ιταλοί αριστεροί. Το να γίνουμε τόσο δυνατοί κι ελκυστικοί, ώστε να κυβερνήσουμε μια μέρα μόνοι ως ΣΥΡΙΖΑ είναι ευκταίο, αλλά το να προετοιμαζόμαστε από σήμερα με πρόγραμμα και ρεαλισμό για νέες συγκλίσεις που θα αλλάξουν το πολιτικό σκηνικό είναι προτιμότερο.

|Ο Απόστολος Στραγαλινός είναι πολιτικός επιστήμονας, συνεργάτης της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ. Έχει εργαστεί στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του PDS στην Ομοσπονδιακή Βουλή της Γερμανίας|