Το SPD σε κρίση ιδεών

ΧΩΡΙΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ, ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΑΙΓΛΗ

Αποστόλης Στραγαλινός, 21/10/2007


Θέμα επικαιρότητας

Ευρωπαϊκή Αριστερά

Σύνολο: 149 Κείμενα
Η κατάργηση των δύο μπλοκ με την πτώση του «υπαρκτού» δεν έπληξε λιγότερο τη σοσιαλδημοκρατία απ’ ότι την κομμουνιστική αριστερά. Η κομμουνιστική ορθοδοξία σε ολόκληρη την Ευρώπη, αμήχανη και απολογούμενη, εισήλθε σε μια βαθιά και διαρκή ιδεολογικοπολιτική κρίση, η οποία συνεχίζεται ως σήμερα. Η σοσιαλδημοκρατία, από την άλλη, απέτυχε να διαδραματίσει κομβικό ιστορικό ρόλο προσφέροντας ένα εναλλακτικό όραμα – αντίβαρο στη μονοκρατορία του νεοφιλελευθερισμού. Απεναντίας, μετατοπίστηκε τελικά εκείνη προς τα δεξιά απεμπολώντας την αρχή της καθολικότητας των κοινωνικών παροχών.

Στη Γερμανία, το ιστορικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα που ίδρυσε το 1863 ο Φέρντιναντ Λασάλ, οι ρίζες του οποίου τοποθετούνται στο 1848 και την επανάσταση του Μαρτίου, έχοντας εγκαταλείψει το μαρξισμό και την έννοια του εργατικού κόμματος από την εποχή του περίφημου συνεδρίου του Μπαντ Γκόντεσμπεργκ το 1959, βρίσκεται σήμερα σε πλήρη ιδεολογική σύγχυση. Τα εσωτερικά του προβλήματα αποτυπώνουν κατά τον εναργέστερο τρόπο τις αντινομίες και τα αδιέξοδα της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας.

Τι χρεώνεται στη γερμανική σοσιαλδημοκρατία;

Το 1998 σοσιαλδημοκράτες και Πράσινοι ανήλθαν στην εξουσία με σύνθημα τη μείωση της ανεργίας και το νοικοκύρεμα των δημοσιονομικών, καθώς οι νεοφιλελεύθερες συνταγές της 16ετίας Κολ είχαν ανεβάσει στα ύψη την ανεργία και επέτειναν την υπερχρέωση της χώρας. Ο Σρέντερ ασκώντας παρόμοια πολιτική, παρήγαγε ανάλογα αποτελέσματα. Ρεκόρ ανεργίας, επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης, αποψίλωση του κοινωνικού κράτους. Η πρώτη δήλωση του καγκελάριου Σρέντερ αμέσως μετά την επικράτηση των σοσιαλδημοκρατών στις εκλογές του Σεπτέμβρη του 2002 έδινε το σύνθημα για την ανατροπή του περίφημου γερμανικού κοινωνικού κράτους πρόνοιας. "Μεταρρυθμίσεις, ρήξεις και τομές παντού", προανήγγειλε τότε ο νικητής των εκλογών με όχημα το μεταρρυθμιστικό πακέτο (κοινωνικών και οικονομικών) μέτρων "ατζέντα 2010". Αυτό περιελάμβανε περικοπές τω κοινωνικών δαπανών, δραστική μείωση του επιδόματος ανεργίας, απελευθέρωση κριτηρίων απόλυσης και μερική ιδιωτικοποίηση του τομέα της υγείας στις κοινωνικές ασφαλίσεις

Συγκυβερνώντας από το 2005 με τη χριστιανοδημοκρατική δεξιά εισπράττει κατ’ αποκλειστικότητα την κυβερνητική φθορά που προκαλεί η εντεινόμενη συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους, την αποδόμηση του οποίου κατά τραγική ειρωνεία εμπνεύστηκε και ξεκίνησε να υλοποιεί ο Γκέρχαρντ Σρέντερ. Ειδικότερα η επταετής συγκυβέρνηση σοσιαλδημοκρατών – πρασίνων υπό τον καγκελάριο Σρέντερ είχε καταστροφικές συνέπειες για το κόμμα (και τη χώρα): Του χρεώνεται εκτός της Ατζέντα 2010 (γνωστή και με την κωδική ονομασία «Χαρτς 4» α) ο πόλεμος στο Κόσοβο και η πρώτη έξοδος γερμανικών στρατευμάτων από τη χώρα, β) εξωτερική πολιτική δημοσίων σχέσεων με Κίνα και Ρωσία (κάτι που εξαργύρωσε ο Σρέντερ αμέσως μετά την ήττα του το 2005), γ) άνοδος των ανέργων στα 5 εκατομμύρια.

Το σημερινό SPD κυμαίνεται σε ποσοστά σταθερά κάτω από το 30% (μεταξύ 24% - 29%), απόρροια της απομάκρυνσής του από τα παραδοσιακά κοινωνικά στρώματα (εργατική τάξη, συνδικάτα, μισθωτοί). Μέσα στην κυβέρνηση δέχεται τις πιέσεις της χριστιανοδημοκρατίας, η οποία συχνά υιοθετεί κεντρώες θέσεις. Εξ ευωνύμων αντιμετωπίζει τη δυναμική αντιπολίτευση του κόμματος της Αριστεράς. Εσωτερικά εμφανίζεται διχασμένο και ταλαντευόμενο ανάμεσα στην υπεράσπιση ή την απάρνηση της κυβερνητικής θητείας Σρέντερ. Επιβαρυντικά λειτουργεί επίσης η κραυγαλέα έλλειψη ενός ηγέτη που θα συγκρατήσει τις φυγόκεντρες τάσεις και θα οδηγήσει το κόμμα στη νέα εποχή κομίζοντας νέες ιδέες.

Ιδεολογική αναμέτρηση στο συνέδριο του Αμβόυργου

Υπό το πρίσμα τούτο αποκτά ιδιαίτερη σημασία το συνέδριο του κόμματος που πραγματοποιείται στο Αμβούργο (26 – 28/10), καθώς θα αναμετρηθούν οι δύο κύριες ιδεολογίες που συγκρούονται μέσα στο κόμμα: Η μία υπερασπίζεται την κληρονομιά Σρέντερ, τη σοσιαλδημοκρατία α λα Μπλερ και επιθυμεί ένα SPD υπεύθυνο και μεταρρυθμιστικό, ένα κόμμα εξουσίας που θα συνεχίσει τις ρήξεις (και με το ιστορία του) χωρίς να υπολογίζει το κόστος. Η άλλη ζητά να γίνει πάλι το κόμμα «αριστερό λαϊκό κίνημα» και να αναθεωρήσει κάποιες από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές Σρέντερ που αποδείχθηκαν ολέθριες για το βηματισμό και τη συνοχή του κόμματος. Η σύγκρουση έχει εδώ και αρκετές εβδομάδες προσωποποιηθεί, καθώς ο αντικαγκελάριος Φραντς Μίντεφέρινγκ προβάλλει ως ο συνήγορος της επταετίας Σρέντερ, ενώ ο πρόεδρος του SPD Κουρτ Μπεκ εκπροσωπεί αυτούς που επιθυμούν ένα πιο φιλολαϊκό προφίλ. Το επίδικο είναι η πρόταση του Μπεκ περί παράτασης κατά 12 μήνες του επιδόματος ανεργίας για τους μεγάλους σε ηλικία ανέργους (είχε επί Σρέντερ μειωθεί από τους 36 στους 12 μήνες), κάτι που αρνείται λυσσαλέα ο Μίντεφέρινγκ αντιτείνοντας ότι το μέτρο επιτρέπει ενεργότερη πολιτική κατά της ανεργίας, αφενός επειδή με τα εξοικονομημένα χρήματα το κράτος μπορεί να δημιουργήσει πρόσθετες θέσεις εργασίας και, αφετέρου, επειδή ωθεί τους ανέργους σε αναζήτηση νέας απασχόλησης. Στην αντιπαράθεση τούτη ο Μπεκ έχει πίσω του το 83% των γερμανών, ενώ τον Μίντεφέρινγκ στηρίζουν τα εξέχοντα πρόσωπα της διακυβέρνησης Σρέντερ και οι δεξιοί εταίροι του στο μεγάλο συνασπισμό υπό τη καγκελάριο Μέρκελ. Η διαφωνία έχει πάρει τέτοιες διαστάσεις, ώστε την προηγούμενη εβδομάδα ο Μίντεφέρινγκ έφτασε στα πρόθυρα της παραίτησης από το μεγάλο κυβερνητικό συνασπισμό, εξέλιξη που, κατά τα γερμανικά ΜΜΕ, θα οδηγούσε σε κατάρρευση της κυβέρνησης. Η οριστική του στάση θα αποσαφηνιστεί από το αποτέλεσμα του συνεδρίου.

Η κρίση του SPD, ευκαιρία για την αριστερά

Η κατάργηση του κράτους πρόνοιας από την κυβέρνηση Σρέντερ και η "μεταφύτευση" στη θέση του ενός αντικοινωνικού νεοφιλελεύθερου συμφύρματος όξυνε τις κοινωνικές ανισότητες, δημιούργησε νέους φτωχούς, αλλά ανέδειξε και το κίνημα από το οποίο προήλθε η «Αριστερά», το κόμμα που αποτελείται από το PDS και τους σοσιαλδημοκράτες της WASG, τα πρώην μέλη του SPD που αποχώρησαν εξαιτίας του πακέτου Ατζέντα 2010. Η παράθεση κάποιων στοιχείων από τις τελευταίες εκλογές του 2005 καταδεικνύει το μέγεθος της ζημίας που είχε η εγκατάλειψη σοσιαλδημοκρατικών αρχών για το κόμμα: Το SPD από το 38% του 2002 έπεσε στο 34,2% παραδίδοντας την εξουσία στη χριστιανοδημοκρατία. Για πρώτη φορά αναδύθηκε μια νέα ισχυρή αριστερή δύναμη στα αριστερά των σοσιαλδημοκρατών, ξεπερνώντας μάλιστα τους Πράσινους. Με τη βοήθεια και του Λαφοντέν, το PDS κατόρθωσε να πενταπλασιάσει σχεδόν τη δύναμή του στα δυτικά κρατίδια (4,9% έναντι 1,1 το 2002) και να αυξήσει τα ποσοστά του κατά 8,5% στην ανατολική Γερμανία (25,4%) αφήνοντας τρίτο κόμμα την CDU. Το Αριστερό Κόμμα σημείωσε άνοδο σε όλες τις πληθυσμιακές ομάδες. Το ψήφισαν 25% άνεργοι (+15% σε σύγκριση με το 2002 – το SPD σημείωσε πτώση 8%), 12% εργάτες (+7%, το SPD έχασε 4%) Από τους Πράσινους το Αριστερό Κόμμα «έκλεψε» 220.000 ψήφους, 280.000 πήρε από την CDU, 90.000 από τους Φιλελεύθερους, 390.000 από νέους ψηφοφόρους, 90.000 από άλλα κόμματα και 960.000 (!) ψήφους από πρώην ψηφοφόρους του SPD.

Υπάρχει επόμενη μέρα;

Η επταετής διακυβέρνηση Σρέντερ θα μείνει στην ιστορία για δύο λόγους: α. Για πρώτη φορά στη Γερμανία σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση επέβαλλε αδιάλλακτα και αγνοώντας πλήρως τους κοινωνικοπολιτικούς φορείς της χώρας τόσο δραστικά μέτρα. β. Για πρώτη φορά σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση υπέβαλε σε μακροπρόθεσμες "αιματηρές" θυσίες τους κοινωνικά και οικονομικά ασθενέστερους ανατρέποντας "κεκτημένα" χωρίς υπόσχεση αποκατάστασης ή πρωτοβουλίες αντιστάθμισης των ανισοτήτων που παγιώνονται. Το σημερινό SPD διχάζεται, από τη μία, μεταξύ κυβερνητισμού και νοσταλγίας της ερυθροπράσινης επταετίας και από την άλλη, αναζήτησης μιας νέας ταυτότητας που θα το καταστήσει εκ νέου δημοφιλές στα κοινωνικά στρώματα που του έστρεψαν την πλάτη και σε μεγάλο βαθμό ενίσχυσαν την αριστερά. Φως στο βάθος του τούνελ δεν φαίνεται προσώρας, διότι οι αντιφάσεις και οι αδυναμίες του SPD είναι τεράστιες. Στη συλλογική συνείδηση έχει περάσει ως το κόμμα που ενώ η ιστορική του αποστολή ταυτιζόταν ανέκαθεν με την υπεράσπιση του κοινωνικού κράτους, ήταν μια κυβέρνηση δική του που απεργάστηκε και ξεκίνησε την οριστική διάλυσή του. Ιδανικός αυτόχειρας; Μπορεί. Στην πολιτική όμως δεν είναι δυνατόν να υποδύεσαι ταυτόχρονα και τον θύτη και το θύμα.