Ο πολιτικός επικήδειος του Μπλερ

Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Ελευθεροτυπία, 06/07/2007


Θέμα επικαιρότητας

Ευρωπαϊκή Αριστερά

Σύνολο: 149 Κείμενα
Ακόμα θυμάμαι πολύ καθαρά τη στιγμή που πρωτάκουσα τα ονόματα Μπλερ και Μπράουν. Ηταν ένα πρωί πριν από πολλά χρόνια. Ετοιμαζόμουν να πάω στη δουλειά και, όπως το συνήθιζα, άνοιξα το ραδιόφωνο να ακούσω τις ειδήσεις. Εκείνες τις μέρες το Εργατικό Κόμμα πραγματοποιούσε το ετήσιο συνέδριό του και ο παρουσιαστής στο στούντιο μιλούσε με τον επιτόπου ανταποκριτή για τα όσα είχαν συμβεί. Ο ανταποκριτής λοιπόν είπε, μεταξύ άλλων, ότι εντύπωση είχε κάνει η εμφάνιση δύο νεαρών, πολλά υποσχομένων, ονόματι Μπλερ και Μπράουν. Και στο εύλογο ερώτημα, σε ποια πτέρυγα του κόμματος ανήκουν, δηλαδή τη δεξιά, το κέντρο ή την αριστερά, έδωσε την εξής απάντηση, η οποία με ξάφνιασε, γι αυτό και τη συγκράτησα: δεν ανήκουν, είπε, σε καμιά από τις τρεις, για τον απλούστατο λόγο ότι το δικό τους project (σαν να λέμε «στρατηγικός στόχος») είναι απλώς να κυβερνήσουν.

Πόσο δίκιο είχε! Φυσικά, προσωπική φιλοδοξία και πολιτική πάνε μαζί. Ως γνωστόν, κάθε βουλευτής ονειρεύεται το υπουργείο και κάθε υπουργός την πρωθυπουργία. Στην περίπτωση του Μπλερ ωστόσο, βλέπουμε για πρώτη φορά έναν συνδυασμό που τείνει σήμερα να γίνει ο κανόνας: αφενός άμβλυνση της ιδεολογικής αντιπαράθεσης -το να μιλάμε με όρους Αριστεράς και Δεξιάς δεν έχει πλέον νόημα- και αφετέρου μια προσωπική προσκόλληση στην εξουσία. Παρά την περιβόητη συμφωνία τους να διεκδικήσει αυτός την αρχηγία του κόμματος και μετά την πρώτη θητεία να παραιτηθεί υπέρ του Μπράουν, ο Μπλερ κατάφερε με χίλιες δυο προφάσεις να παραμείνει στην Downing street. Το θέαμα ενός ηγέτη ο οποίος, επαναλαμβάνοντας αντίστροφα την κίνηση του Κυναίγειρου, γαντζώνεται από το πόμολο της πρωθυπουργικής κατοικίας, ενώ όλοι προσπαθούν να τον απομακρύνουν, έχει κάτι το αναξιοπρεπές.

Ποιος θα μπορούσε να ήταν ο πολιτικός του επικήδειος; Σχηματικά, θα είχε δύο σκέλη. Στο πρώτο, τη μεταρρυθμιστική του πολιτική, θα καταγράψει τα όποια θετικά του. (Για τους Βρετανούς τουλάχιστον· ας μην ξεχνάμε ότι κέρδισε τρεις συναπτές εκλογικές αναμετρήσεις, πράγμα πρωτοφανές για το Εργατικό Κόμμα.) Σύμφωνα λοιπόν με την επικρατούσα εκτίμηση, ο Μπλερ -με τον Μπράουν στο υπουργείο Οικονομικών- κατάφερε να βρει μια σχετικά ικανοποιητική ισορροπία ανάμεσα στην οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική δικαιοσύνη. Ισως όμως να τον ευνόησαν οι περιστάσεις. Ο ανελέητος φιλελευθερισμός της Θάτσερ είχε φτάσει στα άκρα και η διορθωτική κίνηση του Μπλερ -διότι περί αυτού πρόκειται- ήρθε την κατάλληλη στιγμή και έπιασε.

Εδώ όμως προκύπτει το εξής γενικότερο πρόβλημα: η κοινωνική αδικία, την οποία υποτίθεται ότι περιόρισαν οι Νέοι Εργατικοί, δεν είναι ένα ελάττωμα, μια δυσλειτουργία που οφείλουμε και μπορούμε να εξαλείψουμε, όπως στο παρελθόν κάναμε π.χ. με τον αναλφαβητισμό. Η κοινωνική αδικία, δηλαδή η εκμετάλλευση και το γεγονός ότι πρέπει να υπάρχουν νικητές και ηττημένοι, αποτελεί δομική προϋπόθεση για τη λειτουργία της αγοράς και ταυτόχρονα αναπόδραστη συνέπειά της. Από τη στιγμή λοιπόν που αναθέτουμε στην αγορά την οικονομική ανάπτυξη, το αριστερό μας χέρι (η κοινωνική ευαισθησία) καλείται να λύσει τα προβλήματα που υποχρεωτικά δημιουργεί το δεξί (η οικονομική ανάπτυξη). Κι επειδή κάποιοι θα διαβλέψουν σ αυτήν την αντίφαση την «αχίλλειο πτέρνα» του συστήματος, καλό θα ήταν να αναλογιστούμε ότι και οι εξ αριστερών επικριτές αντιμετωπίζουν το ίδιο πρόβλημα αντεστραμμένο: μιλούν για μια δικαιότερη κοινωνία χωρίς τις ανισότητες που αναπαράγει η ελεύθερη αγορά, θεωρώντας όμως δεδομένη την ανάπτυξη, την οποία μόνο αυτή έχει αποδειχτεί ικανή να εξασφαλίσει.

Αν το πρώτο σκέλος της κληρονομιάς του Μπλερ σηκώνει συζήτηση, ο επικήδειος για το δεύτερο, την εξωτερική του πολιτική, έχει ήδη γραφτεί και είναι ανεπιφύλακτα αρνητικός. Η οικειοθελής πρόσδεσή του στο άρμα των νεοσυντηρητικών της Ουάσινγκτον, με την ιδιότητα του παιδιού για τα θελήματα, σίγουρα θα μείνει χαραγμένη στη συλλογική μνήμη, όταν οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις του θα ανατραπούν, θα ξεπεραστούν ή θα λησμονηθούν ως αυτονόητες. Κι όχι μόνο γιατί οι επιλογές του αποδείχτηκαν λανθασμένες ή ακόμα και καταστροφικές, αλλά κυρίως επειδή είπε ψέματα. Ο ίδιος αντέτεινε ότι ενήργησε καλόπιστα, αλλά είπε ψέματα όταν εκ των υστέρων ισχυρίστηκε ότι η ανατροπή του Σαντάμ δικαίωσε την εισβολή, ξεχνώντας ότι στη Βουλή είχε ρητά δηλώσει ακριβώς το αντίθετο. Είπε ψέματα όταν επέμενε ότι οι τρομοκρατικές επιθέσεις στο Λονδίνο δεν έχουν καμία σχέση με το Ιράκ, όταν όλοι, μα όλοι οι ειδήμονες παραδέχονται τη σύνδεση των δύο. Είπε ψέματα όταν αρνήθηκε να ζητήσει την κήρυξη ανακωχής στον Λίβανο με τη χωλή δικαιολογία ότι δεν έχει νόημα αν δεν λυθεί πρώτα το Μεσανατολικό. Ολα αυτά σημαίνουν ότι παρά την ευφυΐα του, τη χαρισματική προσωπικότητα του, παρά την ικανότητά του να κερδίζει εκλογές, ο Μπλερ έφυγε στιγματισμένος πολιτικά και ηθικά.