Τα δύο μέλλοντα της Ευρώπης

Γιόσκα Φίσερ, Project Syndicate, ppol.gr, 08/06/2007


Θέμα επικαιρότητας

Ευρωπαϊκή Αριστερά

Σύνολο: 149 Κείμενα
Η εικόνα της Ευρώπης σήμερα είναι αντιφατική: από τη μια είναι μία ήπειρος ειρήνης, δημοκρατίας και κράτους δικαίου. Είναι επίσης μία ήπειρος ευημερίας: η οικονομία της είναι ανταγωνιστική, το νόμισμά της ισχυρό, ο πληθωρισμός χαμηλός και το επίπεδο ζωής των κατοίκων της είναι από τα καλύτερα στον κόσμο.

Οι Ευρωπαίοι επωφελούνται πολύ υψηλού επιπέδου κοινωνικής προστασίας, φθηνής και ποιοτικής εκπαίδευσης, αυστηρών περιβαλλοντικών κανόνων και θαυμαστών υποδομών.

Επιπροσθέτως, η Ευρώπη διαθέτει μία απαράμιλλη πολιτιστική ποικιλομορφία και ξεχωριστό φυσικό κάλλος. Από πολλές πλευρές μοιάζει με ουτοπία.

Με 500 εκατομμύρια κατοίκους και την μεγαλύτερη ενιαία αγορά στον κόσμο, η Ευρώπη, ακόμα κι αν ο κόσμος δεν τη θεωρεί πραγματικά ενωμένη, παραμένει ένας οικονομικός γίγας.

Πολιτικά όμως είναι νάνος -που επιπλέον όσο πάει και μικραίνει.

Ο αιώνας μας θα είναι εκείνος των μεγάλων κρατών: με την περαιτέρω άνοδο της Κίνας, της Ινδίας, των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ιαπωνίας, ακόμα και οι παραδοσιακά μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις θα μοιάζουν μικροσκοπικές.

Ήδη σήμερα, τα τρία μεγαλύτερα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) μόλις που καταφέρνουν να ισοσταθμίσουν την απώλεια πολιτικού βάρους της Ευρώπης, πόσο μάλλον να αντιστρέψουν την τάση. Χωρίς μία ισχυρή ΕΕ, η κατάσταση αυτή θα χειροτερέψει.

Εκτός Ευρώπης ο κόσμος αλλάζει γρήγορα και δεν θα περιμένει πότε θα ευοδωθεί η αγωνιώδης προσπάθεια της Ευρώπης να ανακαλύψει τον εαυτό της. Οι εναλλακτικέ λύσεις που αντιμετωπίζουμε είναι σαφείς: ανασυγκροτηθείτε ή μείνετε πίσω.

Στην Αμερική, πίσω από τη σημερινή εμμονή με το Ιράκ διαμορφώνεται μία στρατηγική αντίληψη που προσδιορίζει τον 21ο αιώνα με όρους κυρίως εξισορρόπησης τριών δυνάμεων: των ΗΠΑ, της Κίνας και της Ινδίας.

Ο ρόλος της Ιαπωνίας στο πλευρό των ΗΠΑ θεωρείται δεδομένος. Η σχέση με τη Ρωσία θεωρείται πως μπορεί να είναι συνεργατική ή εκ νέου εχθρική: η Ρωσία όμως δεν θεωρείται στ’ αλήθεια πραγματική απειλή.

Και στρατηγικά μιλώντας, όλα τα υπόλοιπα -της Ευρώπης συμπεριλαμβανομένης- καλύπτονται από αδιαφορία.

Το συμπέρασμα είναι πως, όπως τα βλέπει η Αμερική, στο ορατό μέλλον η Ευρώπη, αν και δεν δημιουργεί πια προβλήματα, ούτε θα επιθυμεί ούτε θα είναι εις θέση να συνεισφέρει στην επίλυση των παγκοσμίων προβλημάτων, λόγω κυρίως των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η ενοποίησή της.

Ο τρόπος που συμβάλει η Ευρώπη στις προσπάθειες του ΝΑΤΟ να σταθεροποιήσει το Αφγανιστάν επιβεβαιώνει αυτήν την υπόθεση εργασίας.

Από τη μια η συμβολή της Ευρώπης στο Αφγανιστάν εκτιμάται από τις ΗΠΑ, από την άλλη όμως εκθέτει την αδυναμία της Ευρώπης και τις περιορισμένες δυνατότητες της συμμαχίας. Αν και η αμερικανική ελίτ δεν έχει ακόμα διαγράψει το ΝΑΤΟ, οι προσδοκίες για τη δυνατότητά του να παρεμβαίνει η να λύνει διαφορές έχουν περιοριστεί κατά πολύ.

Η αντίληψη πως η Ευρώπη είναι αμελητέα πολιτική οντότητα κυριαρχεί επίσης στο Πεκίνο, τη Μόσχα και το Νέο Δελχί.

Σε αυτό το σημείο βρισκόμαστε την ώρα που μία νέα γενιά ηγετών αναλαμβάνει τα ηνία στα τρία σημαντικότερα κράτη-μέλη της ΕΕ.

Οι Γκέρχαρντ Σρέντερ (Gerhard Schröder), Ζακ Σιράκ (Jacques Chirac) και Τόνι Μπλερ (Tony Blair) ανήκουν στην ιστορία. Στη Γερμανία η κυβέρνηση της ’Ανγκελα Μέρκελ (Angela Merkel) βρίσκεται ήδη στην εξουσία επί ενάμισι χρόνο. Ο Νικολά Σαρκοζί (Nicolas Sarkozy) μόλις ανέλαβε την προεδρία της Γαλλίας. Σύντομα ο Γκόρντον Μπράουν (Gordon Brown) θα είναι πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου.

Σε λίγες κιόλας εβδομάδες, αυτό το τρίο θα κληθεί να πάρει σημαντικές αποφάσεις για το μέλλον της ΕΕ, που αφορούν την τύχη της «συνταγματικής συνθήκης». Το πώς θα αποκληθεί η νέα ευρωπαϊκή συνθήκη δεν είναι παρά λεπτομέρεια• το σημαντικό για το μέλλον της Ευρώπης είναι να αναζωογονηθεί η μεταρρύθμιση των ισχυουσών συνθηκών και να ισχυροποιηθεί θεσμικά η Ευρώπη.

Το ερώτημα είναι αν θα μπορέσουν οι νέοι ηγέτες, αρχής γενομένης από τις επόμενες εβδομάδες, να πετύχουν να υιοθετήσουν μία συνθήκη που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της διευρυμένης Ευρώπης.

Ο καλύτερος τρόπος για να το πετύχουμε αυτό είναι να προσηλωθούμε στα σημαντικά: το Μέρος III της ακινητοποιημένης συνταγματικής συνθήκης δεν είναι παρά ένα «μάζεμα» των ισχυουσών ευρωπαϊκών συνθηκών που, καθώς οι συνθήκες αυτές θα εξακολουθούν να ισχύουν ότι κι αν αποφασιστεί στο μέλλον, μπορούν να βγουν από το νέο κείμενο.

Το Μέρος ΙΙ, που αφορά το «χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρώπης» μπορεί επίσης να παρεπεμφθεί στις καλένδες. Αυτό βέβαια δεν θα μας χαροποιήσει: καθώς η γραφειοκρατία της ΕΕ ενισχύεται, το δημοκρατικό έλλειμμα της ΕΕ θα διευρύνεται όσο δεν υπάρχει σαφής προσδιορισμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων των Ευρωπαίων. Στην περίπτωση πάντως της αναβολής του Μέρους ΙΙ, το ποια είναι τα θεμελιώδη δικαιώματα των Ευρωπαίων προς το παρόν θα τα προσδιορίζει το ευρωπαϊκό δικαστήριο. Αυτή είναι η δεύτερη καλύτερη επιλογή που διαθέτουμε, είναι όμως καλύτερη από το τίποτα.

Εντέλει μόνο το Μέρος Ι της συνθήκης είναι αναντικατάστατο, διότι περιλαμβάνει τη διαδικασία λήψης των αποφάσεων με τη βοήθεια της «διπλής πλειονοψηφίας» όπου εξισορροπείται η ισχύς των κρατών-μελών με το πληθυσμιακό κριτήριο.

Αν επανέρθουμε στη συζήτηση επί της αρχής στο σημείο αυτό ή νοθεύσουμε την ουσία του, το μέλλον της Ευρώπης θα έχει πληγεί ανεπανόρθωτα. Αν αποδειχθεί πως αυτό είναι το αντίτιμο για μία νέα συνθήκη, καλύτερα να μην κάνουμε τίποτα και να περιμένουμε να περνάει ο καιρός.

Οι επόμενες εβδομάδες είναι άρα σημαντικές για την Ευρώπη. Αν διασωθεί η ουσία της συνταγματικής συνθήκης, η Ευρώπη θα μπορέσει σταδιακά να παρεμβαίνει στα πλανητικά ζητήματα. Επίσης, μόνο στην περίπτωση αυτή θα έχει μέλλον η ατλαντική σχέση.

Είναι αλήθεια πως η διαδικασία δεν θα ολοκληρωθεί σύντομα και θα έρθουν κι άλλα πισωγυρίσματα: αν όμως η βασική κατεύθυνση είναι σωστή, θα έχουμε λόγους να αισιοδοξούμε. Αν αντιθέτως αποτύχουμε και τούτη τη φορά ή καταλήξουμε σε έναν άχρωμο και υπναλέο συμβιβασμό, η παρακμή της Ευρώπης θα επιταχυνθεί και οι ατλαντικές σχέσεις θα επιδεινωθούν.

Όποιες κι αν είναι οι μεταξύ τους διαφορές, αυτή είναι η ώρα να αποδείξουν οι Μέρκελ, Σαρκοζί και Μπράουν πως κατανοούν τις προκλήσεις που θέτει στην Ευρώπη η παγκοσμιοποίηση: τον 21ο αιώνα τα κράτη-μέλη της ΕΕ θα είναι σε θέση να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους μόνο στο βαθμό που θα είναι ισχυρή η ΕΕ.

Ο Joschka Fischer είναι πρώην υπουργός εξωτερικών της Γερμανίας (1998-2005) κι ιστορικός ηγέτης των «Πρασίνων» της Γερμανίας.