Μνημόνιο για μία Ευρωπαϊκή Ένωση της Δημοκρατίας, της Ελευθερίας, της Κοινωνικής Προστασίας και της υπεράσπισης της Ειρήνης

ΓΙΑ ΝΑ ΒΓΑΛΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ

ΟΣΚΑΡ ΛΑΦΟΝΤΑΙΝ, ΓΚΡΕΓΚΟΡ ΓΚΥΖΙ, Βερολίνο, 29/11/2006


Θέμα επικαιρότητας

Ευρωπαϊκή Αριστερά

Σύνολο: 149 Κείμενα
Η στενή συνεργασία στα πλαίσια των ευρωπαϊκών κοινοτήτων και της Ευρωπαϊκής Ένωσης επέφερε ανεκτίμητα οφέλη στους λαούς των κρατών-μελών. Η ειρήνη εδραιώθηκε ανάμεσα σε χώρες που αιματοκυλίστηκαν ως αντίπαλες επί αιώνες. Οι πόλεμοι ανάμεσα σε κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης φαίνεται ότι έχουν εξοβελιστεί οριστικά. Για μεγάλο χρονικό διάστημα η κοινωνική πρόνοια και η ευημερία των κρατών-μελών βελτίωσαν σημαντικά τη ζωή όλων όσων συμμετείχαν. Η εσωτερική αγορά και η κατάργηση των εσωκοινοτικών συνοριακών ελέγχων επέφεραν ουσιαστικά οφέλη στους πολίτες μέχρι και τη δεκαετία του ‘80.

Η Αριστερά επιθυμεί να συνεχίσει να πορεύεται στο δρόμο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Προετοιμάζουμε μία συνταγματική συνδιάσκεψη των αριστερών κομμάτων της Ευρώπης τον Μάρτιο του 2007 στο Βερολίνο. Η Αριστερά κατέθεσε στο ομοσπονδιακό κοινοβούλιο τους γενικούς άξονες ενός συντάγματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τις θέτει υπό δημόσια συζήτηση με το παρόν μνημόνιο:

Υιοθετώντας την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, το 1987, και κατόπιν τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, η Κοινότητα στράφηκε προς τον άκρατο νεοφιλελευθερισμό και την υποταγή της πολιτικής στην οικονομία. Οι αποφάσεις της Λισσαβόνας ενέτειναν ακόμα περισσότερο αυτή την αλλαγή πλεύσης. Ωστόσο, αυτή η μεταστροφή της οικονομικής πολιτικής δεν οδήγησε σε βελτίωση των συνθηκών ζωής των ανθρώπων μέσα στην Κοινότητα. Η μαζική ανεργία αυξήθηκε, οι αναπτυξιακοί δείκτες παρουσίασαν σοβαρή μείωση, τα εισοδήματα των ανώτερων τάξεων αυξήθηκαν δυσανάλογα, τα πραγματικά εισοδήματα των εργαζομένων συρρικνώθηκαν. Τα εισοδήματα από τη μισθωτή εργασία υποχώρησαν σημαντικά σε όφελος των εισοδημάτων από τη δραστηριότητα των επιχειρήσεων και του κεφαλαίου. Η στρατηγική της Λισσαβόνας ευνοεί την αναδιανομή από τα κάτω προς τα πάνω, από τα χαμηλά εισοδήματα προς τα υψηλά εισοδήματα. Με τη μόνιμη απειλή της μετεγκατάστασης από μια χώρα της ΕΕ σε κάποια άλλη, το οικονομικό λόμπι οργανωμένο σε υπερεθνικές ενώσεις στις Βρυξέλλες πιέζει τις κυβερνήσεις ώστε να μειώνουν τη φορολογία των υψηλών εισοδημάτων και των κερδών, να συρρικνώνουν τις παροχές των δημοσίων αγαθών και υπηρεσιών, τις κοινωνικές υπηρεσίες και τα περιβαλλοντικά στάνταρτς. Ταυτόχρονα, οι ενώσεις των επιχειρηματιών στην ΕΕ αντιδρούν και εμποδίζουν την καθιέρωση ελάχιστων κοινωνικών, φορολογικών και οικολογικών εγγυήσεων. Καθώς αυτές οι ελάχιστες νόρμες είναι ανύπαρκτες ή ανεφάρμοστες, η διεύρυνση της ΕΕ χρησιμοποιήθηκε πέρα από κάθε μέτρο ως μέθοδος εφαρμογής ενός βίαιου μισθολογικού, φορολογικού και κοινωνικού ντάμπινγκ.

Παρόλο που η εισαγωγή του ευρώ διευκόλυνε σημαντικά τις διασυνοριακές οικονομικές ανταλλαγές, καθώς και τους πολίτες, το καθεστώς της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας επέβαλε μία οικονομική και νομισματική πολιτική με ανεξέλεγκτα χαρακτηριστικά χωρίς προηγουμένως να έχει γίνει αποδεκτή από κανένα κράτος-μέλος. Ευνοήθηκαν τα κέρδη από χρηματοοικονομικές επενδύσεις και η κερδοσκοπία. Ο μονομερής προσανατολισμός της ΕΚΤ αναστέλλει την ανάπτυξη και την απασχόληση στη ζώνη του ευρώ, ενώ ακόμα και σοβαρά τεχνικά λάθη παραμένουν εκτός ελέγχου. Η αυτονομία της ΕΚΤ έχει ως συνέπεια τον μονομερή προσανατολισμό των αποφάσεών της και αποτελεί τον κύριο λόγο της καθυστέρησης για την οποία κατηγορείται η ΕΕ σε σχέση με τις ΗΠΑ ως προς την εξέλιξη της οικονομίας και της αγοράς εργασίας. Η διαμόρφωση της οικονομικής και νομισματικής πολιτικής χωρίς έλεγχο από τα κοινοβούλια και τις δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις, συμβαδίζει με τη συσσώρευση ισχύος των πρωταγωνιστών στις διεθνείς χρηματαγορές. Ανάμεσα στις 50 πρώτες τράπεζες και ασφαλιστικές εταιρείες σε παγκόσμια κλίμακα, οι 29 προέρχονται από χώρες της ΕΕ. Αυτοί οι ισχυροί πρωταγωνιστές των χρηματοπιστωτικών και νομισματικών αγορών ασκούν καθοριστική επίδραση στις αποφάσεις της ΕΚΤ, που παραμένει ανεξέλεγκτη από τα εκλεγμένα θεσμικά όργανα.

Η ΕΕ συμβάλλει στη δημιουργία μιας ειρηνικής Ευρώπης. Από την πλευρά των ευρωπαϊκών θεσμών, η πορεία προς την ολοκλήρωση κρατών και λαών της Ευρώπης δεν είχε ως προαπαιτούμενο τους εξοπλισμούς. Όμως μετά τη Συνθήκη του Μάαστριχτ η ΕΕ ακολουθεί τις ΗΠΑ στο μοιραίο δρόμο της στρατιωτικοποίησης της εξωτερικής πολιτικής και της ασφάλειας όπως καταδεικνύει η δημιουργία «μάχιμων μονάδων», η δημιουργία μιας ευρωπαϊκής υπηρεσίας για τους εξοπλισμούς, και οι ένοπλες επεμβάσεις της ΕΕ στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, στο Κόσσοβο και στο Κονγκό. Στις Βρυξέλλες, μία ευρωπαϊκή γραφειοκρατία απροσπέλαστη στους πολίτες τείνει να ενεργεί ανεξέλεγκτα. Η καθοριστική επίδραση που ασκούν οι ομάδες οικονομικών συμφερόντων επί της ευρωπαϊκής τεχνοδομής και, κατά συνέπεια, επί της Κομισιόν, αποτελεί μία από τις βασικές αιτίες του δημοκρατικού ελλείμματος της ΕΕ. Η αδιαφάνεια και η ανωνυμία στη διαμόρφωση της πολιτικής βούλησης και στις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, του Συμβουλίου των Υπουργών και της Επιτροπής, δεν οφείλεται μόνο στις περιορισμένες αρμοδιότητες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Η ΕΕ απέχει πολύ απ’ το να λειτουργεί δημοκρατικά. Η απόσταση από τους πολίτες, καθιστά δυσδιάκριτη την επίδραση που ασκούν οι ισχυρές και οργανωμένες ομάδες συμφερόντων.

Η αδιαφάνεια και η ανωνυμία στη διαμόρφωση της πολιτικής βούλησης και των αποφάσεων, αποξενώνουν την ΕΕ από τους πολίτες. Η σιωπηρή συγκατάθεση των ευρωπαίων πολιτών στην ενοποίηση έχει παραχωρήσει τη θέση της στο φόβο και την ανησυχία. Η στρατιωτικοποίση της πολιτικής αποτελεί πηγή ανησυχίας. Η απογείωση της ανεργίας, οι διαδοχικές συμπιέσεις των μισθών και η συνεχιζόμενη αποδιάρθρωση του κοινωνικού κράτους που απαιτούν οι τεχνοκράτες και οι ιδεολόγοι της ελεύθερης αγοράς στις Βρυξέλλες, προκαλούν στους πολίτες έναν αυξανόμενο φόβο για τα εισοδήματα και τη ζωή τους.

Η Ευρωπαϊκή Συνταγματική Συνθήκη που παρουσιάστηκε από τις κυβερνήσεις στις 29 Οκτωβρίου 2004, τροφοδότησε περαιτέρω τις ανησυχίες. Αντί να αποτελέσει πηγή αισιοδοξίας, το σχέδιο συντάγματος είναι περισσότερο συνώνυμο με την ακινησία και την εδραίωση των παρεκκλίσεων στην πορεία της Ένωσης που εμφανίστηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 80.

Με σαφήνεια μεγαλύτερη από ποτέ, αυτή η Συνθήκη δεσμεύει τις πολιτικές ηγεσίες της ΕΕ στο νεοφιλελεύθερο δόγμα «μιας ανοικτής οικονομίας της αγοράς όπου ο ανταγωνισμός είναι ελεύθερος» (Άρθρο ΙΙΙ-177, 178 και 185), ευνοεί την αποδιάρθρωση του κοινωνικού κράτους σε ευρωπαϊκή κλίμακα, ενισχύει το φορολογικό ανταγωνισμό και απορρίπτει την κοινωνική Ευρώπη.

Οι κυβερνήσεις και τα μέλη της συντακτικής συνέλευσης είχαν λάβει επαρκείς προειδοποιήσεις. Κατά τη διάρκεια ακροάσεων στα πλαίσια της συνέλευσης, οι εκπρόσωποι της κοινωνίας των πολιτών δεν σταμάτησαν να επισημαίνουν τα σοβαρά ελλείμματα της συνταγματικής συνθήκης. Όμως, όπως επισημαίνει το γερμανικό ινστιτούτο για τη διεθνή πολιτική και ασφάλεια, «η εμβάθυνση του σχεδίου ολοκλήρωσης της ΕΕ στους τομείς της περιβαλλοντικής πολιτικής και πολύ περισσότερο της κοινωνικής πολιτικής… η ειλικρινής και ανεπιφύλακτη επιβεβαίωσή τους σε πανευρωπαϊκή κλίμακα που ανέμεναν οι πολίτες, συγκεκριμένοι στόχοι μιας κοινωνικής οικονομίας της αγοράς καθώς και οι δυνατότητες και τα όρια της πολιτικής φιλελευθεροποίησης δεν καταγράφτηκαν».

Η στρατιωτικοποίηση και οι εξοπλισμοί ανάγονται σε συνταγματική αρχή και σε καθήκον για τα όργανα μιας ΕΕ που κάποτε ήταν ο αγγελιοφόρος της ειρήνης.

Οι υλικές και κοινωνικές εγγυήσεις και η ευημερία από τα δημόσια αγαθά και τις δημόσιες υπηρεσίες που αποτελούν δομικό συστατικό της ελευθερίας των πολιτών σε μια δημοκρατία, θυσιάζονται στις ιδιωτικοποιήσεις και στη μεγιστοποίηση του εμπορικού κέρδους. Κατά λογική συνέπεια, η Συνθήκη θεσμοποιεί τα ελλείμματα της Ένωσης στα ζητήματα της δημοκρατίας και της συμμετοχής των πολιτών.

Τα αρνητικά αποτελέσματα των δημοψηφισμάτων σε Γαλλία και Ολλανδία, επισφραγίζουν την αποτυχία της Συνθήκης.

Η Κοινότητα βρίσκεται σε κρίση. Στα κράτη-μέλη που ανέστειλαν τη διαδικασία επικύρωσης αναμενόταν επίσης η απόρριψη της Συνθήκης. Δεν ικανοποιείται λοιπόν το αίτημα της επικύρωσης απ’ όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ. Το να τεθεί εκ νέου σε δημοψήφισμα η απορριφθείσα συνταγματική Συνθήκη, χωρίς ουσιαστικές τροποποιήσεις, προσθήκες και διευκρινίσεις, είναι νομοθετικά διαβλητό, δημοκρατικά απαράδεκτο και πολιτικά επικίνδυνο. Η επανάληψη της ίδιας διαδρομής χωρίς τη συμμετοχή των πολιτών, είναι ανώφελη. Τέτοιου είδους απόπειρες διασπαθίζουν ακόμα περισσότερο την εναπομένουσα εμπιστοσύνη των πολιτών χωρίς να βγάζουν την Ευρώπη από το αδιέξοδο.

Μια Ευρωπαϊκή Ένωση των πολιτών δεν μπορεί να ανεχθεί να υπερσκελίζεται η θέληση της πλειοψηφίας από τους τεχνοκρατικούς σχεδιασμούς. Η Ένωση χρειάζεται ένα νέο ξεκίνημα σε νέες βάσεις. Πρέπει να ανακοπεί η νεοφιλελεύθερη παρέκκλιση για να ξανακερδίσει η ΕΕ την εμπιστοσύνη των πολιτών.

Η ευρωπαϊκή αριστερά επεξεργάζεται τις βάσεις μιας νέας συνταγματικής συνθήκης που θα της αξίζει αυτό το όνομα. Με το παρόν μνημόνιο για την Ευρώπη, παρουσιάζουμε και θέτουμε σε διάλογο τις βασικές αρχές μιας συνταγματικής συνθήκης συνώνυμης με τη δημοκρατία, την ελευθερία, την κοινωνική προστασία και τη διαφύλαξη της ειρήνης.

ΟΙ ΒΑΣΙΚΟΙ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΕΕ

Η Αριστερά αντιλαμβάνεται την Ευρώπη ως μία πολιτική, οικονομική, κοινωνική και οικολογική ένωση λαών οργανωμένων σε κράτη. Αυτή η ένωση διέπεται από δημοκρατικές αρχές. Ανάμεσα στις αξίες και στους σκοπούς της ΕΕ εγγράφονται ανελλιπώς οι αρχές του κοινωνικού κράτους και η δημιουργία μίας κοινωνικής ένωσης που θα αποβλέπει στην εφαρμογή των υψηλότερων κοινωνικών στάνταρτς. Η ΕΕ ενεργεί σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας. Τα κράτη-μέλη διατηρούν μία βάση κυριαρχικών δικαιωμάτων. Η ΕΕ δεν είναι ένα ευρωπαϊκό υπερ-κράτος.

Η Αριστερά επιθυμεί ένα ευρωπαϊκό Σύνταγμα στο οποίο τα θεμελιώδη δικαιώματα θα έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα. Η Χάρτα των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, η οποία μέχρι σήμερα δεν είχε νομική δέσμευση, πρέπει να συγκεκριμενοποιηθεί περαιτέρω και να εμπλουτιστεί με κοινωνικά και οικολογικά δικαιώματα. Οι πολίτες πρέπει να αισθάνονται τη νομική ισχύ και προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Το δικαίωμα σε μία αξιοπρεπή και ασφαλή εργασία, το δικαίωμα στην κοινωνική προστασία, το δικαίωμα της προστασίας από την εξαθλίωση και τον κοινωνικό αποκλεισμό, πρέπει να είναι εγγυημένα συνταγματικά.

Η Αριστερά επιθυμεί την προστασία της ιδιοκτησίας, θεωρώντας ότι από αυτήν απορρέουν ταυτόχρονα υποχρεώσεις όπως αυτές εγγράφονται στο Βασικό Νόμο (Σύνταγμα) του γερμανικού κράτους: «η κατοχή και η χρήση της ιδιοκτησίας οφείλει να συνάδει με το κοινωνικό συμφέρον, με την προστασία του περιβάλλοντος και με άλλες ανάγκες γενικότερου συμφέροντος». Το Σύνταγμα προστατεύει το θεμελιώδες δικαίωμα των συλλογικών διαπραγματεύσεων και συμβάσεων και προοπτικά θα καθιερώνει το δικαίωμα της πανευρωπαϊκής γενικής απεργίας.

Κατά την αντίληψη της Αριστεράς σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ της προστασίας που εγγυώνται τα θεμελιώδη δικαιώματα μέσω της Χάρτας και του Συντάγματος ενός κράτους-μέλους, εφαρμόζεται η διάταξη που παρέχει την υψηλότερη προστασία. Έτσι εξασφαλίζεται ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα των εθνικών συνταγμάτων δεν θα υπόκεινται σε περιορισμό από το ευρωπαϊκό σύνταγμα, και αντιστρόφως.

Η Αριστερά επιδιώκει συνταγματικές διατάξεις που θα περιλαμβάνουν τις θεμελιώδεις διακηρύξεις για όλους τους τομείς πολιτικής της ΕΕ. Συνακόλουθα, το μεγαλύτερο μέρος των διατάξεων του 3ου μέρους της απορριφθείσας Συνθήκης, καθώς και τα σχετικά πρωτόκολλα και προσθήκες που τις συνοδεύουν δεν έχουν θέση μέσα σε ένα συνταγματικό κείμενο. Το Σύνταγμα αποτελεί την έκφραση της δημοκρατικής αυτοδιάθεσης των πολιτών, δεν πρέπει να υπερβαίνει ένα λογικά ανεκτό μέγεθος, οφείλει να είναι σαφές και κατανοητό, ώστε να αποφεύγονται παρερμηνείες και τεχνοκρατικές λαθροχειρίες.

Η Αριστερά επιδιώκει ένα Σύνταγμα που θα αφιερώνει ένα ειδικό κεφάλαιο στη δημιουργία μιας κοινωνικής ένωσης με θέσεις εργασίας που θα εγγυώνται την αξιοπρεπή ύπαρξη των ανθρώπων, που θα εναρμονίζει επαρκή κοινωνικά στάνταρτς και θα παρεμποδίζει κάθε είδους ντάμπινγκ μισθολογικό και κοινωνικό ανάμεσα σε χώρες και περιοχές της Ευρώπης.

Η Αριστερά επιδιώκει ένα Σύνταγμα το οποίο θα υποχρεώνει την Ένωση και τα Κράτη-μέλη να προωθούν την κοινωνική πρόνοια και την ευημερία. Η Ένωση και τα Κράτη-μέλη πρέπει να στοχεύουν σε μία ισόρροπη μακροοικονομική εξέλιξη. Το σύνολο της οικονομικής, χρηματοπιστωτικής, νομισματικής και φορολογικής πολιτικής πρέπει να εναρμονιστεί, καθώς και οι πολιτικές για το εξωτερικό εμπόριο, με τρόπο ώστε να εξασφαλίζουν την πλήρη απασχόληση, τη σταθερότητα των τιμών και την ισορροπία στις εξωτερικές συναλλαγές της Ένωσης, ενώ την ίδια στιγμή η ανάπτυξη πρέπει να έχει ποιοτικά χαρακτηριστικά και να υπακούει σε οικολογικά κριτήρια. Η οικονομική ανάπτυξη της Ένωσης και των Κρατών-μελών είναι αποδεκτή, εφόσον αξιοποιείται στο έπακρο το ανθρώπινο δυναμικό και συγχρόνως οι τιμές παραμένουν σταθερές. Όλα τα όργανα και οι θεσμοί της ΕΕ συμπεριλαμβανομένης της ΕΚΤ δεσμεύονται από αυτούς τους στόχους και φροντίζουν να συντονίζουν τις πρακτικές τους σύμφωνα με τις πολιτικές αποφάσεις. Όπως όλα τα κοινοτικά όργανα, η ΕΚΤ υπόκειται σε δημοκρατικό έλεγχο.

Το υφιστάμενο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης δεν ανταποκρίνεται στο αίτημα μίας ισόρροπης μακροοικονομικής εξέλιξης και με τις μονομερείς οικονομικές προβλέψεις και δεσμεύσεις του έχει ως αποτέλεσμα την καθήλωση της ζήτησης στα Κράτη-μέλη και στο σύνολο της Ένωσης. Είναι ο λόγος για τον οποίο η Ένωση και τα Κράτη-μέλη πρέπει να αναλάβουν την υποχρέωση να ασκήσουν μία φορολογική πολιτική που θα αποβλέπει στην εγκαθίδρυση μιας μακροοικονομικής ισορροπίας η οποία θα επιτρέπει την ελεγχόμενη οικονομική επέκταση.

Η Αριστερά αρνείται τη θεσμοθέτηση κανόνων που υπαγορεύονται από τα συμφέροντα και το κυρίαρχο πνεύμα της εποχής μας όπως για παράδειγμα «ανοικτή οικονομία της αγοράς όπου ο ανταγωνισμός είναι ελεύθερος», που ανάγεται σε συνταγματική αρχή στην απορριφθείσα Συνθήκη. Το Σύνταγμα οφείλει να είναι ουδέτερο ως προς την οικονομική πολιτική. Να είναι ανοικτό σε ένα σύστημα μεικτής οικονομίας που συνοδεύεται από έναν σημαντικό δημόσιο τομέα, σε μελλοντικά επιτεύγματα της επιστήμης, καθώς και στις πολιτικές εξελίξεις που θα επέλθουν. Δεν θα αποκλείει αλλαγές και στα θεμελιώδη δημοκρατικά δικαιώματα, εφόσον αυτές είναι συνακόλουθες και διευρύνουν το ήδη υπάρχον πλαίσιο των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Η Αριστερά επιδιώκει ένα Σύνταγμα για την ΕΕ που θα προστατεύει την ατομική ιδιοκτησία, προσδιορίζοντας ταυτόχρονα και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις, αναθέτοντας στα Κράτη-μέλη τον λεπτομερέστερο καθορισμό του καθεστώτος που θα διέπει την ιδιοκτησία. Καμία διάταξη του Συντάγματος ή άλλος κανόνας του Κοινοτικού Δικαίου δεν μπορεί να αποκλείει τη μετατροπή ιδιωτικών οικονομικών δραστηριοτήτων σε δημόσια συλλογική ιδιοκτησία κατόπιν αποζημίωσης ή να ενθαρρύνει την ιδιωτικοποίηση της υφιστάμενης δημόσιας περιουσίας, των δημοσίων επιχειρήσεων και των οργανισμών κοινής ωφέλειας.

Το Σύνταγμα οφείλει να επιτρέπει στην Ευρ.Επιτροπή, στο Συμβούλιο και στο Κοινοβούλιο να επεξεργαστούν τις κατευθυντήριες γραμμές μίας βιώσιμης οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης της ΕΕ.

Τα όργανα της Κοινότητας είναι υποχρεωμένα να διαμορφώσουν ένα νομισματικό σύστημα που θα στηρίζει την ισορροπία στις εξωτερικές συναλλαγές της ΕΕ και θα αποκλείει με τον αποτελεσματικότερο δυνατό τρόπο την νομισματική κερδοσκοπία. Το άνοιγμα των εξωτερικών συνόρων της ΕΕ σε εμπορεύματα, υπηρεσίες, ροές νομισμάτων και κεφαλαίων πρέπει να συνοδεύεται τουλάχιστον από μίνιμουμ φορολογικά στάνταρτς και σε κάθε περίπτωση να διασφαλίζεται η προστασία των πολιτών και του περιβάλλοντος στις τρίτες χώρες.

Το Σύνταγμα πρέπει να δεσμεύει την Κοινότητα με τρόπο ώστε η νομοθεσία για τον ανταγωνισμό και τη φορολογική πολιτική να εγγυώνται τα ελάχιστα στάνταρτς στην εσωτερική αγορά της ΕΕ. Ο ισότιμος ανταγωνισμός ανάμεσα σε επιχειρήσεις, πρόσωπα, υπηρεσίες, εμπορεύματα και κεφάλαια, οφείλει να υπόκειται σε φορολογικές, κοινωνικές και οικολογικές συνταγματικές εγγυήσεις. Μόνο έτσι ο ανταγωνισμός θα μπορέσει να συμβάλλει αποφασιστικά στην ενίσχυση της πρόνοιας και της ευημερίας στα Κράτη-μέλη αντί να ενισχύει το κλείσιμο ή τη μετεγκατάσταση επιχειρήσεων και τη μείωση των θέσεων εργασίας, τη στιγμή που η Κοινότητα και τα Κράτη-μέλη βλέπουν να μειώνεται το επίπεδο των αμοιβών, τα περιβαλλοντικά στάνταρτς και η κοινωνική προστασία.

Η Αριστερά θέλει να διαμορφώσει μια ΕΕ ως χώρο ελευθερίας και δικαιοσύνης. Το Σύνταγμα πρέπει να εγγυάται τα ανθρώπινα δικαιώματα, τη δημοκρατία και τις αρχές του κράτους δικαίου σε όλα τα Κράτη-μέλη. Η Αριστερά επιθυμεί την ελεύθερη διακίνηση όλων των πολιτών της Ένωσης χωρίς συνοριακούς ελέγχους και με την ίδια νομική προστασία. Επιπλέον, αυτός ο χώρος θα είναι ανοικτός σε όσους ζητούν άσυλο, σε όσους βρίσκονται υπό διωγμό και σε ένα μεταναστευτικό ρεύμα το μέγεθος του οποίου θα πρέπει να προσδιοριστεί. Για την ενίσχυση της δημοκρατικής νοοτροπίας εντός της ΕΕ, διαμορφώνεται μια διαδικασία ενίσχυσης της κοινωνίας των πολιτών που περιλαμβάνει τρία στάδια: λαϊκή πρωτοβουλία, συμμετοχική δημοκρατία και δημοψήφισμα, ξεπερνώντας κάθε φορά τα όποια προβλήματα στην εφαρμογή της.

Η Αριστερά επιδιώκει να προσδώσει πολιτικό χαρακτήρα στην εξωτερική πολιτική και στην πολιτική ασφάλειας. Η ΕΕ δεσμεύεται να υποστηρίξει τον εκδημοκρατισμό και την ενίσχυση του ΟΗΕ και της Χάρτας του. Σε συνεργασία με τον ΟΗΕ και με τους αρμόδιους περιφερειακούς οργανισμούς του, η ΕΕ επιδιώκει την εγκαθίδρυση της ειρήνης, την προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης και μία ισότιμη διεθνή οικονομική τάξη. Το Διεθνές Δίκαιο που εφαρμόζεται παγκόσμια, υπερτερεί του Δικαίου της ΕΕ. Σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο οι επιθετικοί πόλεμοι κηρύσσονται αντισυνταγματικοί, εγκληματικοί και επιφέρουν ποινικές κυρώσεις.

Η Αριστερά εμπνέεται από μία ΕΕ που θα επιδιώκει τους σκοπούς της με ειρηνικά και πολιτικά μέσα. Γι αυτό, προτείνεται η ίδρυση μίας ευρωπαϊκής πολιτικής υπηρεσίας για την ειρήνη. Η ανάπτυξη αμιγών ευρωπαϊκών στρατιωτικών δυνάμεων δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί όσο δεν μειώνονται ταυτόχρονα οι εθνικές στρατιωτικές δυνάμεις. Οι ευρωπαϊκές στρατιωτικές δυνάμεις υπηρετούν αποκλειστικά αμυντικούς σκοπούς και υπόκεινται σε απόλυτη απαγόρευση κάθε επιθετικής πράξης.

Στα πλαίσια του οργανισμού για την ασφάλεια και τη συνεργασία στην Ευρώπη όπως και σε παγκόσμιο επίπεδο, η ΕΕ εργάζεται για την απάλειψη των συμβατικών όπλων και των όπλων μαζικής καταστροφής υπό αποτελεσματικό έλεγχο. Για την επίτευξη αυτών των στόχων, η ευρωπαϊκή αμυντική υπηρεσία μεταρρυθμίζεται σε ευρωπαϊκή υπηρεσία αφοπλισμού και ελέγχου των εξοπλισμών και ως πολιτική πλέον υπηρεσία θα έχει ως κύριο έργο την εξάλειψη των εθνικών στρατιωτικών δυνάμεων. Τα καθήκοντά της θα ορίζονται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο. Τα Κράτη-μέλη που διαθέτουν πυρηνικά όπλα, καταβάλλουν ιδιαίτερες προσπάθειες στην κατεύθυνση του ελέγχου των πυρηνικών όπλων και του πυρηνικού αφοπλισμού.

Η αποστολή και οι δράσεις της ΕΕ που απορρέουν από την εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφάλειας έχουν πολιτικό χαρακτήρα. Περιλαμβάνουν μέτρα πρόληψης των συγκρούσεων και εγκαθίδρυσης της ειρήνης, αποστολές ανθρωπιστικής βοήθειας, καθώς και μέτρα που υποδεικνύονται από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Αυτό δεν επηρεάζει το δικαίωμα ενός ή περισσοτέρων Κρατών-μελών να αναλάβουν μονομερώς ή από κοινού την άμυνά τους, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Χάρτη του ΟΗΕ, σε περίπτωση ένοπλης επίθεσης κατά της επικράτειας ενός Κράτους-μέλους, ούτε επηρεάζει τις όποιες συμμαχικές υποχρεώσεις και το όποιο καθεστώς ουδετερότητας των Κρατών-μελών.

Οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου της ΕΕ για ζητήματα Εξωτερικής Πολιτικής και Ασφάλειας και Ευρωπαϊκής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας, λαμβάνονται με ομοφωνία και υπόκεινται στην έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Η Αριστερά επιδιώκει μία Ευρωπαϊκή Ένωση επιφορτισμένη με τις αρμοδιότητες που είναι απολύτως απαραίτητες για την πραγματοποίηση των σκοπών της και οι οποίες θα τις ανατεθούν εθελοντικά από τα Κράτη-μέλη. Η προτεραιότητα των Κρατών-μελών και των εθνικών Κοινοβουλίων πρέπει να καταγράφεται στο Σύνταγμα. Για να αποτρέπονται αιφνίδιες μεταβιβάσεις αρμοδιοτήτων τεχνοκρατικής έμπνευσης προς την Κομισιόν, είναι απαραίτητο το Σύνταγμα να ρυθμίζει με σαφήνεια και ακρίβεια τις αρμοδιότητες της ΕΕ και των Κρατών-μελών αντιστοίχως. Η αρχή της επικουρικότητας είναι εγγυημένη.

Η Αριστερά θέλει μία Ευρώπη δημοκρατική, και όχι μία Ευρώπη των Επιτροπών, των γραφείων και των τεχνοκρατών. Οι αρμοδιότητες και ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου πρέπει να ενισχυθούν σε σχέση με άλλα όργανα άσκησης εξουσίας της ΕΕ. Το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο πρέπει να έχουν το δικαίωμα της νομοθετικής πρωτοβουλίας όπως το έχει η Κομισιόν. Το δικαίωμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για έλεγχο, πρέπει να επεκταθεί σε όλους τους τομείς δράσης της ΕΕ.

Στο μέλλον, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα πρέπει να εκλέγεται αναλογικά, σύμφωνα με έναν ενιαίο νόμο για όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Δικαίωμα ψήφου θα έχουν και οι πολίτες οι οποίοι δεν προέρχονται από ένα Κράτος-μέλος, αλλά κατοικούν μόνιμα στην επικράτεια της Ένωσης.

Οι διαδικασίες λήψης αποφάσεων στα πλαίσια του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να προωθούν την ολοκλήρωση με βάση την ισότητα των δικαιωμάτων, τη δημοκρατία και την αλληλεγγύη. Η αρχή της συναίνεσης εφαρμόζεται και από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Το Συμβούλιο των Υπουργών πρέπει να επιδιώκει και αυτό αποφάσεις στη βάση της συναίνεσης. Η ειδική πλειοψηφία επανακαθορίζεται: πρέπει να λαμβάνει υπόψη το μέγεθος του πληθυσμού, χωρίς να δίνει υπερβάλλοντα βάρος σ’ αυτό τον παράγοντα και να προστατεύει τις μειονότητες με κατάλληλες ρυθμίσεις. Πρέπει να περιοριστούν συνταγματικά οι περιπτώσεις όπου οι αποφάσεις λαμβάνονται με ειδική πλειοψηφία. Ο αριθμός τους δεν μπορεί να αυξηθεί παρά μόνο με πολύ αυστηρά κριτήρια.

Η Αριστερά επιδιώκει να υιοθετηθεί δημοκρατικά η εναλλακτική συνταγματική Συνθήκη, με σεβασμό στο δικαίωμα αυτοδιάθεσης των λαών και στην ισότητα και την κυριαρχία όλων των κρατών. Πολλοί τρόποι μπορούν να οδηγήσουν σ’ αυτό το αποτέλεσμα. Μία άποψη υποστηρίζει την ανάδειξη μίας Συνταγματικής Συνέλευσης που θα αποτελείται από δύο σώματα. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο που θα εκλεγεί το 2009 θα μπορούσε να αποτελεί το ένα. Το δεύτερο, θα μπορούσε να αποτελείται από αντιπροσώπους των κυβερνήσεων και των κοινοβουλίων των Κρατών-μελών, σύμφωνα με την αρχή της ισότητας ανάμεσα στα κράτη. Το κείμενο της Συνταγματικής Συνθήκης θα υποστεί τη μεγαλύτερη δυνατή δημόσια επεξεργασία και θα τεθεί στην κρίση του συνόλου των πολιτών. Θα αποτελέσει αντικείμενο δημοψηφίσματος που θα διεξαχθεί στα Κράτη-μέλη την ίδια μέρα και με τους ίδιους όρους.

Η διαδικασία επεξεργασίας και υιοθέτησης του Συντάγματος πρέπει να προσαρμοστεί στην περίπτωση όπου δεν θα συμμετέχουν όλα τα Κράτη-μέλη στην επεξεργασία ή δεν θα το επικυρώσουν μέσα σε διάστημα ενός έτους. Μία δημοκρατική, κοινωνική, ελεύθερη και κοινωνική Ευρώπη δεν πρέπει να αποτύχει εξαιτίας της ακαμψίας ορισμένων.

Η Αριστερά επιδιώκει μία Ευρώπη που θα ενθαρρύνει τους ανθρώπους στην ενεργό δράση. Δεν θέλει μία ένωση που τους φοβίζει και τους αφήνει εκτεθειμένους στα πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα ισχυρών ομάδων που ενεργούν σε πλανητικό επίπεδο.

Με τη συμβολή της στη συνταγματική οικοδόμηση, η Αριστερά επιδιώκει να επανασυμφιλιώσει τους πολίτες με την Ευρώπη, με μια ΕΕ με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, με βαθιές ρίζες στις αξίες της δημοκρατίας, της ελευθερίας, των δικαιωμάτων και της αλληλεγγύης.

Μετάφραση – επιμέλεια: ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΓΕΩΡΓΑΤΟΣ