Εθνος και Αριστερά

Ανδρέας Πανταζόπουλος, Ελευθεροτυπία, 13/05/2004


Θέμα επικαιρότητας

Ευρωπαϊκή Αριστερά

Σύνολο: 149 Κείμενα

Εχουν οι αριστεροί πατρίδα, ρωτούσε από τις στήλες κυριακάτικης εφημερίδας σχολιο-γράφος, αναφερόμενος στη θέση που έλαβαν αρκετοί αριστεροί, αλλά και ο Συνασπισμός, υπέρ του «ναι», στο δημοψήφισμα για το σχέδιο Ανάν.

Μία άμεση και ανέξοδη απάντηση, για να αποστομώσει κανείς όλους τους σχετικά ερωτώντες, απάντηση μάλιστα που έχει την αφετηρία της στο μαρξισμό, θα ήταν: όχι, οι αριστεροί δεν έχουν πατρίδα, οφείλουν να μην έχουν πατρίδα, οι προλετάριοι δεν έχουν πατρίδα, έλεγε ο άλλος. Μία άλλη, εντελώς συγκαιρινή απάντηση, είναι τούτη: Επιτέλους, θα έπρεπε όλοι να καταλάβουν ότι σήμερα δεν βρισκόμαστε στη βολική θέση να επιλέγουμε ποια προβλήματα θα αντιμετωπίσουμε, πράττοντας αναλόγως, συμπτύσσοντας ετερόκλητες κινηματικές συμμαχίες, παραδείγματος χάρη, για να πολεμήσουμε το νεο-φιλελευθερισμό και τον εκσυγχρονισμό, αλλά είμαστε στην επώδυνη θέση να μας επιλέγουν τα προβλήματα. Τινάζοντας στον αέρα όλα τα αντιπαγκοσμιοποιητικά σχέδια επί χάρτου, όλες τις θεμιτές ενδεχομένως ιδιοτέλειες. Και απαιτώντας μία ελάχιστη διασαφήνιση του τι εννοούμε, όταν χρησιμοποιούμε, παραδείγματος χάρη, έννοιες όπως αυτές του έθνους και της Αριστεράς.

1. Αντίθετα απ’ ό,τι πιστεύεται, από αριστερούς και δεξιούς, η (δημοκρατική) πατρίδα, το (νεωτερικό) έθνος δεν είναι μία αμετάλλακτη ανά τους αιώνες ουσία, μία διαιωνιζόμενη νοοτροπία, ένας ιδιαίτερος χαρακτήρας, μία ανεπανάληπτη εντοπιότητα, μία αυθεντική ντοπιολαλιά, μία προσίδια θρησκευτικότητα. Το δημοκρατικό έθνος είναι η πολιτική κοινότητα των μελών του που θέλουν να ζήσουν μαζί, αναγνωρίζοντας το δημοκρατικά παραγόμενο νόμο ως έδρα της συνύπαρξής τους. Τελεία. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι, κατ’ αρχήν, το έθνος αυτό δεν είναι μία λυρική κοινότητα κουλτούρας, αλλά μία ανοιχτή κοινότητα, η οποία διέπεται από τη δημοκρατική πολιτική. Η πολιτική είναι ο αναγκαίος τρίτος, αυτός ο ζωτικός παράγοντας, ο οποίος οφείλει να μεσολαβεί ανάμεσα στις ιδιαίτερες ευαισθησίες (εθνοτικές, θρησκευτικές, κ.λπ.) των μελών του, προκειμένου να τις υπερβαίνει, διασφαλίζοντας και διευρύνοντας διαρκώς την πολιτική τους ελευθερία, ισότητα και αδελφοσύνη. Η ελευθερία, η ισότητα και η αδελφοσύνη είναι πολιτικές αρχές, δεν είναι νοοτροπίες, δεν είναι στοιχεία, τα οποία προέρχονται ή δεν προέρχονται από κάποιον πολιτισμό, από κάποια κουλτούρα. Είναι, με κίνδυνο να σοκάρουμε, κατασκευασμένες αρχές, που σημαίνει ότι φτιάχνονται και ξαναφτιάχνονται εκούσια και επί τούτου από τους ίδιους τους ανθρώπους που θέλουν να ζήσουν μαζί. Είναι παράγοντες οι οποίοι στοιχειώνουν τα ατομικά και συλλογικά δικαιώματα, αυτή είναι η δημοκρατική πατρίδα του νεωτερικού έθνους, και πάνω απ’ όλα των αριστερών ως φορέων αυτών των αξιών.

2. Η ένσταση είναι γνωστή και ώς ένα σημείο θεμιτή. Και η κουλτούρα, ο ιδιαίτερος πολιτισμός μιας έστω ανοιχτής κοινότητας πολιτών, δεν υπάρχει; Προφανώς και «κάτι υπάρχει», κάτι το οποίο φαίνεται να διαφεύγει από πολιτικές αρχές οι οποίες καλούνται να ρυθμίσουν την κοινωνική συνύπαρξη του δημοκρατικού έθνους. Ωστόσο, αυτό το εθνοτικό υπόλοιπο -ένα ευρύτερο κληρονομημένο ήθος, γλωσσικό, θρησκευτικό, κ.λπ., κατασκευασμένο και αυτό μέσω ορατών και αόρατων διαδικασιών κοινωνικοποίησης- οφείλει διαρκώς να απωθείται στο περιθώριο; Ιδιαίτερα σήμερα σε καιρούς παγκοσμιοποίησης, δηλαδή πολιτισμικής ομοιογενοποίησης, ποια είναι η θέση της κουλτούρας; Οσο και αν φαντάζει για ορισμένους παράδοξο, η κουλτούρα ως τέτοια, δεν μπορεί, και δεν πρέπει, από μόνη της να συνιστά μέσο αντίστασης στην παγκοσμιοποίηση, αν δεν υποτάσσεται στις πολιτικές ορίζουσες του δημοκρατικού έθνους. Προωθεί η κουλτούρα, η ελληνική για την περίσταση, ο «Ελληνισμός», τις αρχές του δημοκρατικού έθνους ή όχι, τις αξίες της ελευθερίας, ισότητας, αδελφότητας, ή τις υπαγάγει στις δικές της πολιτισμικές ανάγκες, τις οποίες και θεωρεί εν δυνάμει «οικουμενικές»; Κατά πόσο, παραδείγματος χάρη, το «ανεπανάληπτο» τιτίβισμα των πουλιών της ελληνικής υπαίθρου δεν συμπαρασύρει τους ομολογημένους εραστές του σε μία ανομολόγητη, τις περισσότερες φορές, νοσταλγία, την οποία και θέλουν αυτομάτως να τη μεταποιήσουν σε πολιτική πρόταση, προβαίνοντας, ταυτόχρονα, σε μία εργαλειακή πρόσληψη άλλων πλευρών της νεωτερικότητας;

3. Ενα τμήμα της Αριστεράς και των αριστερών, αρκετοί από αυτούς οι οποίοι εναντιώθηκαν στο σχέδιο Ανάν, κατατρύχεται από τέτοιες εμμονές. Η εναντίωσή του, οι αντινεωτερικές του θέσεις, οι οποίες σήμερα είναι εξόχως μετανεωτερικές, προκύπτουν από μία ευρύτερη κουλτουραλιστική αντιστασιακή εμπάθεια. Η εμπάθεια αυτή, όσο κατανοητή και αν είναι, είναι ευθέως αντιπολιτική. Πλήττει την ίδια τη νεωτερική συνθήκη του δημοκρατικού έθνους και των αρχών του, υπεραξιώνοντας εκείνο το εθνοτικό του υπόλοιπο, το οποίο υποτίθεται ότι σφραγίζει την ιδιοπροσωπία του, στρέφοντάς το κατά του δημοκρατικού πολίτη, ο οποίος ταυτίζεται με τον εθνικό πολίτη. Εδώ, οι οπαδοί αυτού του εθνοτικού έθνους, οι οποίοι συγχέουν επικίνδυνα εθνότητα και έθνος, δημοκράτες κατά τα άλλα, συναντούν από άλλο δρόμο και επικυρώνουν με τον τρόπο τους τον απόλυτο πολιτισμικό διαφορισμό, ακόμα και την κατά Χάντινγκτον εκδοχή του.

4. Παρ’ όλα αυτά, αρκετοί συνεχίζουν να ρωτούν: Μα τα πάθη, τα συναισθήματα είναι αντιπολιτικά; Τι είναι η πολιτική έξω από τα συναισθήματα; Το αίσθημα της δικαιοσύνης, της αδικίας, της ισότητας βρίσκονται εκτός πολιτικής; Αυτό που αποκαλώ αρετή στη δημοκρατία, έλεγε ο Μοντεσκιέ, είναι η αγάπη της πατρίδας, δηλαδή η αγάπη της ισότητας. Αυτή δεν είναι καθόλου ηθική αρετή, ούτε χριστιανική αρετή, είναι η πολιτική αρετή, η οποία οφείλει να διαφορίζεται τόσο από ιδιαίτερες ηθικές αρετές όσο και από εκείνες οι οποίες σχετίζονται με εξ αποκαλύψεως αλήθειες. Θα συμπληρώναμε, από εκείνα τα αληθινά πάθη, σαν αυτά που εκλύει η ακάθεκτη ιδιαιτεροκεντρικότητα του εθνοτικού έθνους. Κι όμως, όλο το πρόβλημα είναι εξαιρετικά «απλό», ιδιαίτερα για τους αριστερούς: αν μέσα σε κάθε δημοκρατικά οργανωμένο έθνος υφίσταται ένα εθνοτικό υπόλοιπο, αυτό δεν μπορεί να είναι η πατρίδα της Αριστεράς. Το στοίχημα είναι ο συνυπολογισμός του μέσα από την προσπάθεια για την πολιτική του τιθάσευση, τη διαμεσολάβησή του, το μετριασμό του συγκινησιακού του φορτίου, την ενηλικίωσή του. Για να το πούμε διαφορετικά: Αν το ερώτημα είναι ποιος αποφασίζει, το συναίσθημα ή η λογική, το πεδίο της απόφασης είναι η πολιτική, γιατί «ο λαός είναι ένα αιώνιο παιδί», έλεγε ο Σεν Ζιστ.