ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, «ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ»

Εισήγηση Θόδωρου Μαργαρίτη

, 21/06/2017


Πρόσθεσε στο Facebook Πρόσθεσε στο Delicious Πρόσθεσε στο Newsvine Πρόσθεσε στο Twitter

Aς κάνουμε μερικές βασικές παραδοχές…

Η συζήτηση για την σοσιαλδημοκρατία έχει φουντώσει. Στην Ευρώπη πολύ πιο έντονα. Η εικόνα μιας παράταξης σε ύπνωση αλλάζει. Ακόμα και οι εσωτερικές αντιπαραθέσεις δείχνουν την αγωνία για μια νέα ταυτότητα. Μπορεί η συζήτηση που αντικειμενικά δια πλέκεται με τα προτάγματα του φιλελευθερισμού να γίνεται στη χώρα μας σχηματικά

με τη μορφή: «Μακρόν η Κόρμπιν»,δηλαδη με τον γνωστό διλημματικό τρόπο που πάντα συζητάμε, αλλά σε κάθε περίπτωση έχουν τεθεί τα κρίσιμα ζητήματα στο τραπέζι.

Ποιες λοιπόν είναι οι παραδοχές…

ΠΡΩΤΗ. Παρά τα λάθη ,τις ελλείψεις ,τα προβλήματα το σοσιαλδημοκρατικό παράδειγμα παραμένει το καλύτερο παράδειγμα κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης στο κόσμο. Το πιο φιλικό στα ανθρώπινα δικαιώματα, στη κοινωνική πρόνοια, στην κουλτούρα της «ανοιχτής κοινωνίας». Μιλάμε πάντα για την εφαρμοσμένη πολιτική-και όχι για την πολιτική θεωρία -συγκρίνοντας μάλιστα με άλλα κοινωνικά μοντέλα. Αυτά που αφορούν σήμερα το κυρίαρχο νεοφιλελεύθερο σύστημα και παλαιότερα την κομμουνιστική προσπάθεια.

ΔΕΥΤΕΡΗ.Η σοσιαλδημοκρατία δεν είναι ένας απονευρωμένος μαρξισμός ούτε μια κεντρώα εκδοχή .Είναι ένα συνεκτικό ρεύμα ιδεών που στην ιστορική του διαδρομή αμφισβήτησε τον ιστορικό υλισμό και την πρωτοκαθεδρία της ανάλυσης για τον κινητήριο ρόλο της οικονομίας θέτοντας στο επίκεντρο την αξία της πολιτικής βούλησης, τις μεταρρυθμίσεις, τις ευρείες δια ταξικές συνεργασίες. Με στόχο τον ανθρώπινο σοσιαλισμό, τον δημοκρατικό έλεγχο του καπιταλισμού.

ΤΡΙΤΗ. Το ευρωκομμουνιστικό διάβημα- με κύριες εκφράσεις το Ιταλικό κομμουνιστικό κόμμα, την Ισπανική αριστερά, το ΚΚΕ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ και στη συνέχεια την ΕΑΡ ακόμα και την ανανεωτική πτέρυγα του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ στη χώρα μας- διάβασε την οριστική κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» ως μια μετεξέλιξη του εγχειρήματος για την ανανέωση του κομμουνιστικού κινήματος στη ριζική στροφή προς στη σοσιαλδημοκρατία. Στην Ελλάδα τολμώ να πω ότι το ΚΚΕ ΕΣ μετά τη δικτατορία στη πράξη κινήθηκε ως σοσιαλδημοκρατική εκδοχή με την αποφασιστική γραμμή, από τη πρώτη στιγμή, για τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας, με τη στρατηγική των πιο πλατιών συμμαχιών, με την διευρυμένη ατζέντα των δικαιωμάτων και των αυτόνομων νέων κοινωνικών κινημάτων(φεμινισμός, μειονότητες κλπ)

ΤΕΤΑΡΤΗ. Η πρόσφατη πορεία της σοσιαλδημοκρατίας στις συνθήκες της παγκοσμιοποίησης εμφάνισε σοβαρά προβλήματα. Η Μπλερική εκδοχή της απόλυτης ταύτισης με τις φιλελεύθερες και νέο φιλελεύθερες πολιτικές αλλοίωσε τα βασικά μηνύματα του προοδευτικού χώρου, χαλάρωσε επικίνδυνα τις υπαρκτές διαχωριστικές γραμμές αριστεράς-δεξιάς. Κυρίως απαξίωσε τις μεταρρυθμιστικές κατευθύνσεις αφού μονοδιάστατα εγκλωβίστηκαν στις αποκλειστικές προτεραιότητες της αγοράς. Πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας θολής, αποιδεολογικοποιημένης και παραιτημένης από πολιτικές διεκδικήσεις περίπτωσης συμπυκνώνεται στο φαινόμενο Ντάισενμπλουμ. Στον αντίποδα αξίζει σήμερα να σημειώσουμε τον Τζέρεμι Κόρμπιν, την υψηλή καταγραφή του Εργατικού κόμματος στη Βρετανία, κυρίως την αποκατάσταση των κοινωνικών του αναφορών στη νεολαία, στους εργαζόμενους και τους ανέργους. Ανάλογο ενδιαφέρον έχει και το Ισπανικό σοσιαλιστικό κόμμα με επικεφαλής το Πέδρο Σάντσεθ

ΠΕΜΠΤΗ. H κρίση των παραδοσιακών κομμάτων, η αμφισβήτηση των πολιτικών ελίτ θέτουν ερωτηματικά για τα ιδία τα πολιτικά υποκείμενα. Τα φαινόμενα της κομματικής γραφειοκρατίας αποτελούν κατά κάποιο τρόπο στοιχεία ακύρωσης ακόμα και των ιδίων των παρατάξεων. Αυτή η πραγματικότητα δεν μπορεί να παρακαμφθεί. Είναι αλώστε η αφορμή για την παρουσία λαϊκίστικών σχημάτων που δρουν ανταγωνιστικά με τις παραδοσιακές ιστορικές πολιτικές δυνάμεις. Η απομυθοποίηση των μαζικών κομμάτων, η επαγγελματοποίηση της πολιτικής εκπροσώπησης, τα φαινόμενα διαφθοράς απομακρύνουν τον κόσμο –και ειδικά τη νεολαία- από τα κόμματα. Η ανάγκη για νέα σχήματα με ευέλικτες δομές και με αυτοκριτική διάθεση για το παρελθόν είναι εδώ.Είναι παρούσα. Μπορούμε να την εντοπίσουμε στη περίπτωση Μακρόν που σάρωσε τη παλιά γραφειοκρατία του Σ.Κ. Να μην υπερτιμήσουμε αυτή την εικόνα αλλά να την μελετήσουμε. Είναι η πίεση της νεωτερικότητας. Είναι η αναζήτηση εναλλακτικών σχημάτων. Αυτή άλλωστε που έγινε κύριο χαρακτηριστικό και στη χώρα μας μετά την είσοδο στα μνημόνια.

Ορίσαμε κάποιες παραδοχές. Τις θεωρώ απαραίτητες για μια σοβαρή πολιτική συνεννόηση. Αν κάποιος αποδέχεται ως βασικό πρόταγμα τον φιλελευθερισμό, αν κάποιος άλλος θεωρεί την σοσιαλδημοκρατία «τελειωμένη υπόθεση» αν κάποιος τρίτος δεν ενδιαφέρεται να μελετήσει την κινητικότητα που αναπτύσσεται επαναπαυμένος σε ιστορικές βεβαιότητες τότε η συζήτηση έχει όρια. Θα μείνουμε φίλοι αλλά δεν μιλάμε για τα ιδία πράγματα.

Ας κάνουμε τώρα μερικές νέες προσεγγίσεις που σηκώνουν κουβέντα και εύλογες διαφοροποιήσεις

Για τον πολιτικό φιλελευθερισμό στο βιβλίο του «τι είναι δίκαιη πολιτική» ο Αλαίν Ρενώ δανείζεται τα σχήματα του Τζον Ρώλς και τον διακρίνει από τον οικονομικό φιλελευθερισμό. Μάλιστα σημειώνει: Στις μέρες μας ο καλός εννοούμενος πολιτικός φιλελευθερισμός δεν πρέπει να εναντιώνεται σε κάποια μορφή σοσιαλισμού. Το ενδιαφέρον πρέπει να είναι πρωτίστως να αντιμετωπίσει μια επικίνδυνη παρέκκλιση, τον νεοφιλελευθερισμό. Θα πρόσθετα εδώ και τον προβληματισμό του μεγάλου στοχαστή Κάρλο Ροσέλι για τον «φιλελεύθερο σοσιαλισμό». Αν πράγματι θεωρήσουμε ότι το θεμελιώδες πρόβλημα της ανθρώπινης ιστορίας είναι το πρόβλημα της ελευθερίας (πρόβλημα που το έθεσε πρώτος ο φιλελευθερισμός ως φιλοσοφία της ελευθερίας), ο σοσιαλισμός είναι ο κληρονόμος του φιλελευθερισμού, με την έννοια ότι είναι εκείνο το μεγάλο ιστορικό κίνημα που επιδιώκει να παραμερίσει και άλλα εμπόδια στην ελευθερία, εκτός από εκείνα που ήδη έχουν παραμερίσει οι αστικές επαναστάσεις εναντίον του απολυταρχισμού.

Με αυτή την έννοια η προσέγγιση έχει φιλοσοφικό και θεωρητικό ενδιαφέρον .Όμως η συγκυρία έχει άλλα χαρακτηριστικά. Τελείως διαφορετικά και πιο σκληρά. Δυστυχώς ο χώρος του φιλελευθερισμού δεν μπόρεσε να οροθετηθεί με ορατή απόσταση από την νεοφιλελεύθερη ηγεμονία. Ο πολιτικός φιλελευθερισμός δεν μπορεί εύκολα να ενσωματώνει διορθωτικούς μηχανισμούς που προκαλούνται από την δυναμική του οικονομικού φιλελευθερισμού. Η αυτορρύθμιση της αγοράς αποδείχτηκε χίμαιρα στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Η μετάλλαξη του οικονομικού φιλελευθερισμού στη νεοφιλελεύθερη εκδοχή κρύβει μια μεγάλη στρατηγική επιλογή. Την αγριότητα του κεφαλαίου να αντιμετωπίσει την κρίση με την υπονόμευση του κοινωνικού συμβιβασμού που πέτυχε η σοσιαλδημοκρατία. Με απλά λογία: ακύρωση του κοινωνικού κράτους και το «μάρμαρο» να το πληρώσει ο κόσμος της εργασίας!!! Οι μεταρρυθμίσεις δεν αφορούν τον έλεγχο των αγορών και των τράπεζων(ας θυμηθούμε για παράδειγμα τη πρόταση για τον φόρο Τόμπιν) αλλά περισσότερο τον περιορισμό των εργασιακών δικαιωμάτων. Η λύση πρέπει να συνίσταται στην εκ βάθρων αμφισβήτηση της αλλαγής του παραδείγματος που συντελέστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 80.Τοτε η σωτήρια υπόσχεση ήταν ότι οι αγορές και οι κοινωνίες με επίκεντρο το ατομικό όφελος θα δημιουργήσουν ένα καλύτερο μέλλον. Δεν επιβεβαιωθήκαν. Στο μεγαλύτερο μέρος τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ευρωζώνη δεν οφείλονται τόσο σε αποτυχίες των κρατών όσο σε αποτυχία των αγορών.

Στο εμβληματικό βιβλίο της η Σαντάλ Μούφ -"Το Δημοκρατικό παράδοξο"- αναζητώντας απαντήσεις προσεγγίζει τον ριζοσπαστισμό με το πάθος της σύγκρουσης ως μια ευκαιρία αναγέννησης της πολιτικής απέναντι στον "χυλό" της συναίνεσης. Ορθά από την άλλη πλευρά ο Νικόλας Σεβαστάκης σήμερα υποστηρίζει ότι "πρέπει να αποκαταστήσουμε την μετριοπάθεια όχι ως κάτι κατατονικό και μαλθακό, αλλά ως μια άλλη πηγή δύναμης. Ως το αντίθετο της βίας, όχι το αντίθετο της ισχύος,". Ότι δηλαδή η μετριοπάθεια είναι η αμφισβήτηση της επενέργειας του μίσους, η ταύτιση της πολιτικής με όρους θρησκείας και κοινοτικού ζήλου. Έχω την γνώμη όμως μέσα σε αυτό τον άτυπο διάλογο μπορούμε να βρούμε ισορροπίες αρκεί να βάλουμε μια σημαντική σταθερά. Πρέπει να κρατήσουμε την κύρια αιχμή. Ότι δεν μπορούμε να ξεχάσουμε από την ημερήσια διάταξη το ζήτημα της ΙΣΟΤΗΤΑΣ. Άρα και το ζήτημα των ΙΣΩΝ ΕΥΚΑΙΡΙΩΝ. Αν το αφήσουμε θα το πάρουν στα χέρια τους οι λαϊκιστές. Αυτό που ήδη κάνουν. Θα αφήσουμε τα αδύνατα στρωματά της κοινωνίας στο πεδίο του λαϊκίστικου λόγου??? Τα αποτελέσματα σε όλη την Ευρώπη μας προειδοποιούν. Νικάμε τους λαϊκιστές αλλά με πολύ κόπο. Με μεγάλη προσπάθεια. Δεν μπορεί να συνεχιστεί έτσι το πράγμα. Είναι καθήκον των δυνάμεων του προοδευτικού χώρου να υπερασπιστούμε -να το πω σχηματικά- ΚΑΙ τις αξίες του δημοκρατικού σοσιαλισμού ΚΑΙ του πολιτικού φιλελευθερισμού. Ξέρουμε ότι οι λαϊκιστές μιλάνε δήθεν στο όνομα του λαού αλλά μισούν τον πλουραλισμό, την διαφορετικότητα. Δηλαδή την Δημοκρατία. Επιθυμούν τον απολυταρχισμό. Κατά συνέπεια δεν μπορούμε, δεν πρέπει να αφήσουμε τον απλό κόσμο να οδηγηθεί σε αυτούς. Η επιμονή μας στα ζητήματα της αναδιανομής του εισοδήματος, της δίκαιης ανάπτυξης, της οικολογικής αφύπνισης πρέπει να μείνουν στη προμετωπίδα μας.

Η αντιπαλότητα μας με τον λαϊκισμό των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, η δυσφορία ότι μια ορισμένη συνθηματολογία οδήγησε στο κύκλο της πολιτικής ψευδολογίας που σήμερα επικρατεί δεν μπορεί να μας οδηγήσει σε υπαναχώρηση, σε κάποιου είδους παραίτηση από τις προτεραιότητες μας. Η υπόθεση των κοινωνικών ανισοτήτων είναι και δική μας υπόθεση. Δεν θα την αφήσουμε στα χέρια του αριστερού λαϊκισμού να κακοπάθει και άλλο. Δεν την χαρίζουμε.. Επομένως η σύγκρουση με τις συντηρητικές πολιτικές που παράγουν τις ακραίες κοινωνικές ανισότητες είναι μέσα στους σχεδιασμούς της κεντροαριστεράς. Η αναγκαία αναδιάρθρωση του κοινωνικού κράτους σημαίνει μεταρρυθμίσεις που ευνοούν την ευελιξία και όχι το δρόμο για την κατάργηση του. Οι υπερβολές με τις άνευ όρων ιδιωτικοποιήσεις δημοσίων υπηρεσιών και κρατικών λειτουργιών συντελούν στη περαιτέρω περιστολή της πολιτικής ισο-ελευθερίας γιατί εξορίζουν τους εκχωρημένους τομείς από το πεδίο της πολιτικής ρύθμισης και της λογοδοσίας των κυβερνήσεων.

Αυτά , για να έρθουμε στα δικά μας, πολιτικά πράγματα μεταφράζονται ότι στρατηγικός μας αντίπαλος είναι η συντηρητική παράταξη, η Δεξιά. Η αντιπαράθεση μας με τον αριστερό λαϊκισμό είναι δεδομένη, είναι συνεχής. Γνωρίζουμε ότι η ανασύνταξη του προοδευτικού χώρου αντικειμενικά απαιτεί την πολιτική και εκλογική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ. Πρόκειται άλλωστε για μια μάχη πολιτικής ηθικής αφού ο ΣΥΡΙΖΑ επιβεβαιώνει ότι μοναδικό του κίνητρο είναι η διατήρηση της εξουσίας την οποία κέρδισε με τη μέθοδο της εξαπάτησης και των κίβδηλων υποσχέσεων. Ωστόσο δεν αγνοούμε ταυτόχρονα τις ιδεολογικές διαφορές με την ΝΔ. Δεν υποτιμούμε τις παραταξιακές συνειδήσεις. Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμη μια κρίσιμη διευκρίνηση. Σε έκτακτες συνθήκες-όπως ήταν και δυστυχώς ακόμα είναι- οι συνθήκες άτακτης χρεοκοπίας της χώρας και κινδύνου εξόδου από το ευρώ, η αναγκαιότητα εθνικής συνεννόησης όχι μόνο δεν απαγορεύει -αντίθετα επιβάλει- την συνεργασία ΚΑΙ με την ΝΔ. Πράγμα που έγινε. Με θετικές και αρνητικές εμπειρίες. Αν χρειαστεί μπορεί να ξαναγίνει. Αλλά αυτό δεν πρόκειται να αποτελεί επιλογή σε συνθήκες πολιτικής και οικονομικής ομαλότητας. Κατά συνέπεια η ΔΗ.ΣΥ κινείται με ανταγωνιστικό σχέδιο τόσο με την συντηρητική παράταξη όσο και με τον αριστερό λαϊκισμό. Διεκδικεί νέους συσχετισμούς δυνάμεων με ισχυρό το ρολό της κεντροαριστεράς. Είναι απαραίτητο να προσπαθήσει για μια μεγάλη προοδευτική παράταξη που θα επιδιώξει σοβαρές αλλαγές στη χώρα. Μια παράταξη που δεν φοβάται να υιοθετήσει προτάσεις και από την φιλελεύθερη πλευρά, που αντιμάχεται τον κρατισμό ως μοναδικό εργαλείο οικονομικής ανάλυσης .

Και την ιδία ώρα θέτει σε προτεραιότητα τον δημοκρατικό έλεγχο της οικονομίας, τον περιορισμό της ασυδοσίας του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου.

Κλείνω με το τελευταίο ζήτημα. Το θέμα της παράταξης. Χρειαζόμαστε ένα νέο πολιτικό υποκείμενο. Ικανό να συσπειρώνει ευρύτερες δυνάμεις, να κινητοποιεί νέες ηλικίες, δυναμικά κοινά. Το χρειαζόμαστε και ως έμπρακτη απόδειξη ότι τις αλλαγές που προτείνουμε στη χώρα τις κατανοούμε και ως αλλαγές και στον ίδιο μας τον εαυτό. Ως αναστοχασμό για τα λάθη του παρελθόντος. Ως μήνυμα για το μέλλον. Η αγωνία για τη δικαίωση είναι ορισμένες φορές μια ψυχαναλυτική ανάγκη, όχι πολιτική. Η προσφορά του ΠΑΣΟΚ στη χώρα, οι παρεμβάσεις και το αξιακό φορτίο της Ανανεωτικής αριστεράς δεν είναι λόγος για εμμονές σε σχήματα και πρακτικές που θυμίζουν προηγούμενες εποχές. Η ιστορία δίνει σε όλους και σε όλα τις πραγματικές διαστάσεις. Στον απαράδεκτο μηδενισμό όλης της μεταπολίτευσης που έχει στο βάθος ακροδεξιό άρωμα δεν χρειάζεται να αντιπαραβάλουμε ένα δοξαστικό. Άλλωστε η αλήθεια ως συνήθως είναι κάπου στη μέση….

Το πρόβλημα για εμάς, για τις δυνάμεις του δημοκρατικού σοσιαλισμού, της μεταρρυθμιστικής αριστεράς, του προοδευτικού κέντρου, της πολιτικής οικολογίας είναι να οικοδομήσουμε πολιτικές και σχήματα που να ανταποκρίνονται στις νέες συνθήκες. Κατά τη γνώμη της ΔΗΜΑΡ η επιλογή για ένα ΝΕΟ πολυτασικό φορέα της κεντροαριστεράς είναι ένα βήμα που παράλληλα με τον προγραμματικό επαναπροσδιορισμό θα βοηθήσει στην υπόθεση της αλλαγής των συσχετισμών στη χώρα, στην αποδυνάμωση του ΣΥΡΙΖΑ ως δήθεν μιας νέας πολιτικής λύσης. Με δυο λόγια θα διευκολύνει την επικοινωνία με κοινωνικές κατηγορίες και ηλικίες που δεν έχουν, δεν θέλουν, τις ιστορικές εξαρτήσεις. Που αναζητούν νέες περπατησιές. Αυτή η κατεύθυνση είναι μια τολμηρή κίνηση που αλλάζει το πολιτικό σκηνικό. Κάθε σοβαρή καθυστέρηση, κάθε ταλάντευση, κάθε φοβία ευνοεί την διαιώνιση των σημερινών πολιτικών δεδομένων.

Η σοσιαλδημοκρατία μπορεί να ξαναγίνει πρωταγωνιστής. Η αυτονομία της, η προγραμματική ανανέωση, οι κοινωνικές αναφορές, η νέα κομματική εικόνα αποτελούν τα πεδία άμεσων δράσεων. Αν δεν πέτυχουμε στην Ελλάδα και στην Ευρώπη τότε η ασυδοσία των αγορών σε συνδυασμό με τα εντεινόμενα κοινωνικά αδιέξοδα θα οδηγήσουν το οικοδόμημα της Ενωμένης Ευρώπης σε κατάρρευση, σε έξαρση των εθνικιστικών υπερβολών και δυστυχώς την χώρα μας στο χάος!



Σχόλια: 0    

Θέμα επικαιρότητας

Σοσιαλδημοκρατία

Σύνολο: 16 Κείμενα

Πρώτη σελίδα