Τα ηττημένα οράματα των Σοσιαλιστών
Γεράσιμος Μοσχονάς, Το Βήμα της Κυριακής, 26/03/2017

«Οι κύριοι Σουμάν, Αντενάουερ, Ντε Γκάσπερι και Ζαν Μονέ διακρίνονται από εξαιρετικά χαρίσματα [...]: δεν διεκδίκησαν όμως ποτέ τον ρόλο των δημιουργών μιας εργατικής και σοσιαλιστικής Ευρώπης». Ετσι έγραφε το 1954, αρκετά πριν από την υπογραφή της Συνθήκης της Ρώμης (1957), ο F. Perroux, ένας κλασικός μη Σοσιαλιστής της εποχής του Ψυχρού Πολέμου. Εν τούτοις η φιλοδοξία των Σοσιαλιστών ήταν διαφορετική. Οι κεντρικοί στόχοι του «Γραφείου Σύνδεσης» των Σοσιαλιστικών Κομμάτων, που ιδρύθηκε το 1957 και αποτέλεσε την πρώτη δομή συνεργασίας των Σοσιαλδημοκρατών εντός της Κοινότητας, ήταν: η διεύρυνση της Ευρώπης των έξι, η δημιουργία των «Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης» και η οικοδόμηση της κοινωνικής και αριστερής Ευρώπης (δικαίωμα στην εργασία, αναδιανομή του πλούτου, ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική με συμμετοχή των εργαζομένων στη διοίκηση των επιχειρήσεων).

Εάν η διεύρυνση υλοποιήθηκε σε βαθμό που υπερέβη και την πιο τολμηρή φαντασία, εάν έγιναν μεγάλα βήματα προς τη μερική - και, βεβαίως, ακραία ατελή και ατυπική - ομοσπονδιοποίηση, ο στόχος των στόχων των Σοσιαλιστών δεν επετεύχθη ποτέ: 60 χρόνια μετά τη Ρώμη, η κοινωνική Ευρώπη έμεινε σε μεγάλο βαθμό στα χαρτιά.

Ο φιλελευθερισμός που ενυπήρχε ήδη στον κεντρικό πυρήνα της Συνθήκης της Ρώμης απέκτησε κυριαρχική θέση με την οικοδόμηση της Ενιαίας Αγοράς και τη Συνθήκη του Μάαστριχτ (1992). Ο κύκλος που άνοιξε το 1986 ήταν ένας κύκλος επανίδρυσης. Η απόλυτη προτεραιότητα των market-making έναντι των market-correcting πολιτικών αποτέλεσε τη μία όψη της επανίδρυσης. Θεσμοποιήθηκε στα επίσημα κείμενα της ΕΕ και προωθήθηκε με συστηματικότητα από τις αποφάσεις της Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Η διαμόρφωση μιας αριστοτεχνικής αλλά εξαιρετικά πολύπλοκης θεσμικής αρχιτεκτονικής αποτέλεσε τη δεύτερη όψη της επανίδρυσης. Ο βαρύς, πολυκρατικός και πολυκεντρικός μηχανισμός λήψης αποφάσεων και τα πολλά veto-points εντός του συστήματος ενίσχυσαν τον θεσμικό συντηρητισμό της ΕΕ, μείωσαν την ευελιξία και την ικανότητα αυτοδιόρθωσης και αλλαγής.

Η δημιουργία του ευρώ, συνδυασμένη με την επανενοποίηση της Γερμανίας, υπήρξε η κορυφαία στιγμή της δεύτερης ίδρυσης της Ευρώπης. Το ευρώ λειτούργησε σαν πραγματικός game changer, μετατρέποντας τη νέα Ευρώπη, τόσο συμβολικά όσο και πρακτικά, σε μεγάλο παγκόσμιο οικονομικό παίκτη. Ωστόσο το ευρώ - το οποίο πρέπει να εγκαταλειφθεί σύμφωνα με τον (πρώην) Σοσιαλδημοκράτη θεωρητικό W. Streeck, αλλά το οποίο αποτελεί «μη αναστρέψιμη καταστροφή» (υπό την έννοια ότι παρότι κακό πρέπει να διατηρηθεί), σύμφωνα με τον επίσης Σοσιαλδημοκράτη C. Offe - αποδυνάμωσε περαιτέρω την προοπτική της κοινωνικής Ευρώπης. Η επιρροή που άσκησε στις αναλύσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής το σκανδιναβικό κοινωνικό μοντέλο εξουδετερώθηκε πλήρως από τον οδοστρωτήρα του ενιαίου νομίσματος (που κατέτρωγε λίγο λίγο την ανταγωνιστικότητα των πιο αδύναμων οικονομιών), από τις πολιτικές «τομεακής φιλελευθεροποίησης», από τις διευρύνσεις σε χώρες με βαριά ηττημένη την κουλτούρα της Αριστεράς (πρώην σοσιαλιστικές), από την ακραία ετερογένεια, λόγω και των διευρύνσεων, των εθνικών μηχανισμών κοινωνικής πρόνοιας. Η βαθμιαία απόδοση πλήρους προτεραιότητας στην ανταγωνιστικότητα απλώς ολοκλήρωσε μια πορεία που είχε προδιαγραφεί. Η δε κρίση χρέους, διευκολύνοντας τον έλεγχο του όλου συστήματος από τη Γερμανία, διεύρυνε την απόκλιση μεταξύ δανειστών και οφειλετών. Τα διαρθρωτικά ταμεία, τα οποία σε μια πρώτη φάση συνέβαλαν στη σύγκλιση μεταξύ Βορρά και Νότου, αποδείχθηκαν εντελώς ανεπαρκή ως μηχανισμοί ενδοκοινοτικής σύγκλισης.

Τρεις παράγοντες μεγάλου βάρους, ο θεσμικός συντηρητισμός, η κεντρομόλα διακυβέρνηση της ΕΕ από ένα είδος Μεγάλου Συνασπισμού και η πρωτοκαθεδρία των νεοφιλελεύθερων οικονομικών πολιτικών, καθιστούν την ΕΕ το πιο σημαντικό παγκόσμιο κέντρο του οικονομικού συντηρητισμού. Η Γερμανία και οι σύμμαχοί της αποτελούν την άτυπη ηγετική ομάδα που στηρίζει αυτή την εξέλιξη. Χωρίς όμως τη Γαλλία, χωρίς την Επιτροπή, χωρίς το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και την ΕΚΤ, χωρίς την τρομερή σιωπή των Σοσιαλδημοκρατών, το σύστημα δεν θα λειτουργούσε όπως λειτουργεί. Οι μονομερείς επιθέσεις στη Γερμανία υποτιμούν το μείζον γεγονός ότι τα πολύπλοκα συστήματα παράγουν αποτελέσματα που υπερβαίνουν τη βούληση των πρωταγωνιστών, είτε αυτοί είναι κράτη, θεσμοί ή κομματικές οικογένειες. Υποτιμούν επίσης την - πάντα παρούσα - δυνατότητα μιας σημαντικής χώρας ή μιας σημαντικής κομματικής οικογένειας να χτυπήσει το χέρι στο τραπέζι.

Η ιστορία των ηττημένων οραμάτων διδάσκει ότι η πραγματική πολιτική οφείλει να ενσωματώνει στη δράση της την «πλεκτάνη» των ιστορικών συμπτώσεων, όχι να αντιτίθεται σε αυτήν. Στοιχεία αυτής της πλεκτάνης υπήρξαν, την περίοδο 2008-2017, η χρηματοπιστωτική κρίση, η κρίση χρέους και το ελληνικό πρόβλημα. Η ιστορική συγκυρία έδωσε στους Σοσιαλιστές τη μεγάλη ευκαιρία να σπάσουν τον φαύλο κύκλο ηττών και απουσίας οράματος. Είχαν πολλές φορές την ευκαιρία, χάρη και στις ιδιαίτερα προχωρημένες επεξεργασίες του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος (ΕΣΚ), να χτυπήσουν το χέρι στο τραπέζι. Την ίδια δυνατότητα είχε και η Γαλλία του Ολάντ. Ωστόσο, τα κυβερνητικά σοσιαλιστικά κόμματα αυτοακυρώθηκαν ως σοσιαλιστικά, ψηφίζοντας κατά της λιτότητας στο εσωτερικό του ΕΣΚ αλλά συστηματικά υπέρ της στο εσωτερικό του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.

Η νοσηρή παράταση της ελληνικής αξιολόγησης συνιστά μια ακόμη ευκαιρία για τους Σοσιαλιστές. Οι σχιζοφρενικοί λογιστικοί υπολογισμοί του ΔΝΤ και οι σιδερένιες, α λα Βίσμαρκ, προτάσεις του Σόιμπλε δεν νομιμοποιούνται, όση δυσπιστία και αν προκαλούν οι σημαντικές ανεπάρκειες της ελληνικής κυβέρνησης. Βυθίζουν το ράμφος βαθύτερα στη μεγάλη πληγή. Οι Σοσιαλιστές δεν δικαιούνται να λησμονούν, μετά τη μείωση κατά 25% του ΑΕΠ και περίπου 40% του εισοδήματος του μέσου ελληνικού νοικοκυριού, το τραγικό λάθος του Σοσιαλδημοκράτη Χίλφερντινγκ. Ο μεγάλος αυτός διάδοχος του Κάουτσκι απέρριψε (ως αντιμαρξιστικές) τις προτάσεις συνετούς επεκτατικής πολιτικής των γερμανικών συνδικάτων, επιταχύνοντας το δραματικό τέλος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Δεν δικαιούνται, επίσης, να λησμονούν το λάθος του βρετανού πρωθυπουργού Μακ Ντόναλντ το 1931, ο οποίος, αν δεν είχε αγνοήσει τις συμβουλές του Κέινς, θα είχε αποφύγει την ακραία λιτότητα και το «You, bloody traitor!» που σημάδεψε επί πολλά χρόνια την ιστορία του Εργατικού Κόμματος.

Εάν σε κάτι διαφέρει ριζικά η Ευρώπη του σήμερα από εκείνη της Συνθήκης της Ρώμης είναι σε τρία σημεία: οι Χριστιανοδημοκράτες έχουν ηττηθεί από τους συντηρητικούς, οι Γάλλοι από τους Γερμανούς, και οι Σοσιαλδημοκράτες δεν παίζουν τον ρόλο τους.
Κείμενα Πρώτης Σελίδας
Δεξιά Στήλη
Μεσαία Στήλη
ΑΝΑΝΕΩΤΙΚΗ
Design, Developed & Powered by 2easy Web Applications
Επισκέπτες | Σήμερα: 392 | Σύνολο από 20/02/2004: 18,181,717 | Μοναδικά IP: 512,099