Συντηρητική και παρωχημένη η εμμονή για διανομή των συγγραμμάτων στους φοιτητές
Ευγενία Μπουρνόβα, 28/03/2017

Ας το πω προκαταβολικά: παρ’ όλες τις επιθέσεις, τα Πανεπιστήμια στέκονται όρθια και βελτιώνουν τη διεθνή τους εικόνα, χάρη στην αυταπάρνηση πολλών μελών ΔΕΠ. Πόσο όμως θα αντέξουμε;

Τα πανεπιστήμια έχουν τις τελευταίες δεκαετίες αποτελέσει πεδίον πολιτικής και κομματικής αντιπαλότητας και ο όρος «Μεταρρύθμιση» έχει υποστεί κατάχρηση και κακοποίηση στο χώρο της εκπαίδευσης και της έρευνας με ευθύνη κυρίως των εκάστοτε πολιτικών ηγεσιών του Υπουργείου Παιδείας που προσδοκούσαν να μείνουν στην ιστορία μέσω ενός νομοθετήματος που το βάφτιζαν «μεταρρύθμιση».

Η μεταρρύθμιση πάντως δεν μπορεί παρά να είναι προϊόν εθνικής συνεννόησης. Αυτή η συνεννόηση δεν μπορεί να γίνει μόνο στη Βουλή κατά τη διάρκεια ψηφοφορίας ενός νομοθετήματος. Απαιτείται σοβαρή δουλειά και προετοιμασία με ευθύνη της κυβέρνησης αλλά με τη συμμετοχή όλων των εμπλεκομένων. Απαιτείται δηλαδή να ξαναδώσει η πολιτεία την χαμένη εμπιστοσύνη στους θεσμούς και τις διαδικασίες τους, δηλαδή να σταματήσει την απαξίωση της πολιτικής. Για να γίνει κάτι τέτοιο το ευρύτερο πολιτικό κλίμα πρέπει να βρίσκεται σε συνθήκες εθνικής συνεννόησης, πέρα από τις κομματικές περιχαρακώσεις: είναι προφανές ότι εθνικός διάλογος δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί σε κλίμα έντονης κομματικής αντιπαράθεσης όταν οι συμμετέχοντες χωρίζονται σε εχθρούς και φίλους, προδότες και πατριώτες και άλλα ακραία «εμφύλια» διλήμματα. Κι είναι απορίας άξιο το γεγονός ότι ενώ όλοι συμφωνούμε, τουλάχιστον φαινομενικά, στον στόχο της αναβάθμισης της εκπαίδευσης, του περιορισμού της εξόδου, από την χώρα μας, νέων επιστημόνων, της παροχής κινήτρων παραμονής στους νέους ερευνητές, της αξιοκρατίας άρα και της αξιολόγησης και του ελέγχου, τελικά δεν διαμορφώνεται μια εθνική στρατηγική σε αυτό το θέμα. Προσωπικά, θα ήθελα η στρατηγική αυτή να στοχεύει στην μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων και μάλιστα στην πράξη και όχι στα λόγια.

Επείγει ωστόσο η πολιτεία να αναγνωρίσει έμπρακτα τη συμβολή της ανώτατης εκπαίδευσης στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της χώρας και να θέσει σε προτεραιότητα την οικονομική στήριξή της, ως οφείλει από το Σύνταγμα. Τρεις κατά τη γνώμη μου πρέπει να είναι οι παρεμβάσεις της πολιτείας: Ο ενιαίος χώρος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και έρευνας, ο εκσυγχρονισμός του νομικού πλαισίου με την άρση των γραφειοκρατικών περιορισμών που επιδρούν επιβραδυντικά στη λειτουργία των πανεπιστημίων και η γενναία χρηματοδότηση που θα εξαιρεθεί από τον υπολογισμό των δημοσιονομικών ελλειμμάτων ώστε να μπορεί η τριτοβάθμια εκπαίδευση να συμβάλει αποτελεσματικά στην ανάπτυξη.

Επείγει λοιπόν η δημιουργία του ενιαίου χάρτη της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης με τη συγχώνευση και δημιουργία εκπαιδευτικών πόλων σε κάθε περιφέρεια, στους οποίους θα συνενώνονται Πανεπιστήμια, Τεχνολογικά Ιδρύματα και ερευνητικά κέντρα, έτσι ώστε να επιτευχθούν και οικονομίες κλίμακας. Αυτός ο χώρος θα έπρεπε να είχε ενοποιηθεί εδώ και πολλά χρόνια, όσα δηλαδή το ζητούν τόσο οι πανεπιστημιακοί όσο και οι ερευνητές. Τα βήματα που έχουν γίνει σ’ αυτή την κατεύθυνση είναι δειλά και ανολοκλήρωτα. Είναι γνωστές οι αντιστάσεις μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας και κάποιων ερευνητικών κέντρων που πιθανότατα θα ξεβολευτούν. Η πολιτική ευθύνη βαρύνει όμως τις μέχρι τώρα πολιτικές ηγεσίες του Υπουργείου Παιδείας.

Η χώρα βρίσκεται πλέον σε δραματική οικονομική κατάσταση και είναι προφανές ότι αδυνατεί να συντηρήσει τα 22 πανεπιστήμια με εκατοντάδες Τμήματα, που οι προηγούμενες κυβερνήσεις διέσπειραν σε όλες τις πόλεις και κωμοπόλεις της χώρας. Ο εξορθολογισμός του χάρτη της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και έρευνας θεωρούμε ότι πρέπει να γίνει με τη δημιουργία ενός εκπαιδευτικού πόλου ανά περιφέρεια (βλέπε τις συνενώσεις στη Γαλλία) με εξαίρεση την Αττική. Είναι προφανές ότι οι συνενώσεις αυτές δεν οδηγούν σε μείωση του υπάρχοντος προσωπικού όλων των βαθμίδων και ειδικοτήτων αλλά στην καλύτερη αξιοποίηση του υπάρχοντος δυναμικού και στην ενίσχυση των ιδρυμάτων με νέο προσωπικό το οποίο θα συμβάλει στον εκσυγχρονισμό και την ανανέωση των ιδρυμάτων ώστε να γίνουν μοχλός για την ανάπτυξη της χώρας.

Στο πλαίσιο της αυτονομίας των ΑΕΙ, η αναδιάρθρωση θα πρέπει να σχεδιαστεί και να υλοποιηθεί από τη βάση (από τα ίδια τα ιδρύματα) μέσω της παροχής κατάλληλων κινήτρων από την πολιτεία για συνενώσεις ιδρυμάτων και τμημάτων αλλά και με κινητικότητα των μελών ΔΕΠ και των φοιτητών. Το Υπουργείο πρέπει να θέσει ένα συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για την υλοποίηση ενός νέου «ακαδημαϊκού χάρτη» που θα αφορά τον αριθμό των ιδρυμάτων σε κάθε περιφέρεια και ιδίως στην Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Το Υπουργείο καλείται επίσης να λάβει υπόψη του τον δημογραφικό παράγοντα στον στρατηγικό σχεδιασμό για την τριτοβάθμια εκπαίδευση (αλλά προφανώς και για τις άλλες δυο βαθμίδες). Πως είναι δυνατόν να στοχεύουμε στην ανάπτυξη μέσα από την εκπαίδευση, την έρευνα και την καινοτομία με γηραιό πληθυσμό; Και αν η ελληνική οικογένεια έχει μόνο ένα παιδί γιατί διατηρούμε ακόμα μια αναποτελεσματική κοινωνική πολιτική που δεν βοηθάει στην αύξηση της γεννητικότητας; Με ποιους νέους και νέες θα γεμίζουν τα αμφιθέατρα την επόμενη δεκαετία; Και γιατί βάζουμε συνεχώς εμπόδια στην απόκτηση ελληνικής ιθαγένειας παιδιών μεταναστών που είναι γεννημένα στην χώρα μας ενώ θα έπρεπε να προσπαθούμε να τα ενσωματώνουμε το γρηγορότερο όπως και τους νέους μετανάστες που έφτασαν στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια;

Η αναδιάρθρωση του χάρτη επείγει να γίνει: κάθε χρόνο περί τα 700 μέλη ΔΕΠ συνταξιοδοτούνται (ο υπολογισμός δικός μου και καλό θα ήταν να ξέρουμε τους ακριβείς αριθμούς από το Υπουργείο τόσο για τα τελευταία 7 χρόνια της ύφεσης όσο και για τα επόμενα 7).

Οι 500 θέσεις διδασκόντων στα ΑΕΙ που εξαγγέλθηκαν το 2015 θα φτάσουν πιθανώς στα ιδρύματα τον επόμενο Σεπτέμβριο με μια εμβαλωματική προσπάθεια αργής και αβέβαιης απορρόφησης του νέου προσωπικού. Επιπλέον, επειδή τα πανεπιστήμια δεν αποψιλώνονται μόνο από καθηγητές αλλά και από διοικητικό προσωπικό (καθώς και από το ενδιάμεσο προσωπικό που είναι απαραίτητο για την εξασφάλιση υψηλής ποιότητας σπουδών), καταλαβαίνουμε πως το Δημόσιο Πανεπιστήμιο βρίσκεται σε αδιέξοδο : η λειτουργία του επαφίεται πλέον στον πατριωτισμό της ακαδημαϊκής κοινότητας, χωρίς τις ελάχιστες πολιτειακές εγγυήσεις.

Σε τέτοιες συνθήκες χρόνιας υποχρηματοδότησης και υποστελέχωσης των Πανεπιστημίων απαιτούνται νομοθετικές ρυθμίσεις οι οποίες θα επιλύουν προβλήματα και θα αντιμετωπίζουν χρόνιες παθογένειες και δυσκαμψίες που αφορούν όλα τα Πανεπιστήμια της χώρας. Είναι πλέον επιτακτική ανάγκη να ανοίξει ο διάλογος για την επίλυση των δραματικών οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν τα Πανεπιστήμια και για την αναζήτηση τρόπων εξεύρεσης συμπληρωματικών οικονομικών πόρων για την επιβίωσή τους. Ας το πούμε ξεκάθαρα: αυτή τη στιγμή η δημόσια επιχορήγηση δεν καλύπτει παρά ένα τμήμα των πάγιων λειτουργικών εξόδων (φως, νερό, τηλέφωνο και θέρμανση) και τα υπόλοιπα καλύπτονται από τους Ειδικούς Λογαριασμούς Κονδυλίων Ερευνας (Ε.Λ.Κ.Ε.) δηλαδή πρόκειται για την παρακράτηση από το ελεύθερο επάγγελμα που ασκεί ενας αριθμός πανεπιστημιακών αλλά κυρίως από τα ερευνητικά προγράμματα που φέρνουν οι συνάδελφοι στα πανεπιστήμια δηλαδή οι συνάδελφοι χρηματοδοτούν τη λειτουργία και τις εκπαιδευτικές ανάγκες των ιδρυμάτων! Και αντί η πολιτεία να αναγνωρίζει αυτή την κατάσταση και να δίνει στην διοίκηση ένα ευέλικτο νομοθετικό διαχειριστικό πλαίσιο, φτιάχνει ένα ασφυκτικό νομοθετικό κλοιό που αποτρέπει τους πανεπιστημιακούς να αναλάβουν διοικητικές ευθύνες στα ΑΕΙ. Υπάρχει άμεση ανάγκη βελτίωσης του νομοθετικού πλαισίου λειτουργίας και ελέγχου των ΕΛΚΕ που διαχειρίζονται όλα τα θέματα της έρευνας που διεξάγεται στα ιδρύματα.

Που είναι λοιπόν η δημόσια δωρεάν εκπαίδευση; Ίσως μόνο στο σύνθημα και στην συντηρητική και παρωχημένη εδώ και πολλές δεκαετίες εμμονή για διανομή των συγγραμμάτων στους φοιτητές (και μάλιστα ανεξάρτητα από το εισόδημά τους) αντί για την κατάργηση και δημιουργία βιβλιοθηκών και ηλεκτρονικών διδακτικών συγγραμμάτων ανοικτής πρόσβασης όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο όπως π.χ στην ιατρική: πρόκειται για τεράστια σπατάλη μέσω της οποίας το δημόσιο συντηρεί τους εκδότες (δαπανώνται παραπάνω για διανομή συγγραμμάτων από όσα η συνολική κρατική επιχορήγηση για την λειτουργία των πανεπιστημίων: €72 εκατομμύρια για συγγράμματα για τους φοιτητές των Πανεπιστημίων - €66 εκατομμύρια για λειτουργικά έξοδα όλων των Πανεπιστημίων της χώρας) αλλά και αντιμετωπίζει το πανεπιστήμιο σαν εκπαιδευτήριο και όχι ως χώρο έρευνας και παραγωγής γνώσης. Η απαράδεκτη πρακτική της διανομής των συγγραμμάτων είναι άλλη μια δήθεν έκφραση κοινωνικής πολιτικής που λειτουργεί υπέρ των εύπορων οικογενειών και εις βάρος των φτωχών εντείνοντας τις κοινωνικές ανισότητες (οι φτωχοί δεν καταφέρνουν να κάνουν μακρόχρονες σπουδές αλλά μέσω της φορολογίας πληρώνουν τις παροχές των πλουσίων που φτάνουν μέχρι και το διδακτορικό).

Επιπλέον, η ελληνική οικογένεια και οι έλληνες φορολογούμενοι πληρώνουν επί μια εικοσαετία τουλάχιστον για να εκπαιδεύουν επιστήμονες που στη συνέχεια προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε άλλες χώρες: φτάσαμε στο πιο παράλογο σύστημα μεταφοράς πόρων από τη χώρα μας στις άλλες ανεπτυγμένες χώρες! Βεβαίως και δεν είναι κακό να παράγεις έλληνες επιστήμονες π.χ. γιατρούς για όλη την Ευρώπη που σύμφωνα με δημοσιευμένα στοιχεία 18.000 γιατροί μετανάστευσαν στη διάρκεια της κρίσης από την Ελλάδα αναζητώντας την τύχη τους σε άλλες χώρες. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα ελληνικά πανεπιστήμια πρέπει να παράγουν επιστήμονες μόνο για την ελληνική αγορά: δεν είναι αυτός ο ρόλος τους! Παράλληλα όμως αφού η ευρωπαϊκή, και όχι μόνο, αγορά αναγνωρίζει το υψηλό επίπεδο επιστημόνων που παράγουμε, θα έπρεπε το ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο να γίνει η βασική μας εξαγωγική βιομηχανία δημιουργώντας ξενόγλωσσα τμήματα με δίδακτρα για την προσέλκυση αλλοδαπών φοιτητών. Για να γίνει όμως ανταγωνιστικό προς τα άλλα ευρωπαϊκά καλά πανεπιστήμια χρειάζονται κυρίως νέοι διδάσκοντες με πολύ καλή γνώση και ικανότητα ομιλίας σε ξένη γλώσσα αφού δεν μπορεί κανείς να βασιστεί μόνο στο υπάρχον γερασμένο πια διδακτικό προσωπικό. Χρειάζεται ικανό διοικητικό και βοηθητικό προσωπικό που είναι απαραίτητο για τέτοιου είδους υπηρεσίες.

Ακόμα όμως και αν δίνονταν οι δυνατότητες πρόσληψης αυτού του προσωπικού για τη δημιουργία τέτοιων αυτοχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων χρειάζονται καλές εγκαταστάσεις και καμιά ανοχή στη βία στο χώρο των ΑΕΙ. Εδώ δεν επιτρέπονται άλλες ολιγωρίες: να κατατεθούν προτάσεις για την φύλαξη και προστασία των πανεπιστημίων από αξιόποινες πράξεις. Η Ελλάδα δεν είναι η εξαίρεση έναντι όλων των άλλων μεσογειακών κρατών. Σε καμία άλλη χώρα της ευρωπαϊκής Μεσογείου δεν καταστρέφεται η δημόσια περιουσία όπως στα ελληνικά ΑΕΙ. Σε καμιά άλλη χώρα δεν υπάρχει τέτοια ανοχή από την πολιτεία για την καταστροφή και οικειοποίηση του δημόσιου χώρου. Ο σεβασμός του δημόσιου αγαθού θα πρέπει να διδάσκεται στα σχολεία για να αλλάξει η νοοτροπία αυτή της καταπάτησης και κατάχρησης του δημόσιου που διαπιστώνεται στα πανεπιστήμια, στα δάση και στα πεζοδρόμια. Αυτό πρέπει να αναστραφεί και όποιος δεν συμβάλει σ’ αυτή την κατεύθυνση υποθηκεύει το μέλλον της νέας γενιάς και διευρύνει τις κοινωνικές ανισότητες. Γιατί η εκπαίδευση δεν αλλάζει μόνο με νομοθετήματα αλλά χρειάζεται την παιδεία και η παιδεία είναι προϋπόθεση για τις μεγάλες αλλά αργές αλλαγές. Για τέτοιες μεγάλες αλλαγές απαιτείται όμως ισχυρή πολιτική βούληση και η ισχυρή πολιτική βούληση απαιτεί ευρύτατη κοινωνική συναίνεση.



Πρόσθεσε σχόλιο
Απόφυγε την χρήση κεφαλαίων γραμμάτων - εκτός βέβαια από το πρώτο γράμμα ονόματος ή πρότασης. Άφησε μια κενή σειρά μεταξύ των παραγράφων.

Παρακαλώ συμπλήρωσε όλα τα πεδία που σημειώνονται με αστερίσκο. Μέγιστος επιτρεπτός αριθμός χαρακτήρων κειμένου: 6,000
Όνομα:  *
Επίθετο:  *
e-mail:  * Δεν φαίνεται στην ιστοσελίδα
Τίτλος:  *
Κείμενο:  εισαχθέντες χαρακτήρες με μέγιστο 6,000 *
 

Γράψε μόνο καθαρό κείμενο.
Κωδικοί του HTML αποκωδικοποιούνται αυτόματα.

Το σχόλιό σου θα εμφανιστεί μετά από έλεγχο της σύνταξης της ιστοσελίδας.
Κείμενα Πρώτης Σελίδας
Μεσαία Στήλη
Δεξιά Στήλη
ΑΝΑΝΕΩΤΙΚΗ
Design, Developed & Powered by 2easy Web Applications
Επισκέπτες | Σήμερα: 384 | Σύνολο από 20/02/2004: 18,181,709 | Μοναδικά IP: 512,099